Από που έρχεται το νερό?
Μέχρι πριν από 100 χρόνια, ή και πριν από λίγα χρόνια σε ορισμένες περιοχές, το πόσιμο νερό προερχόταν από πηγάδια και πηγές. Σε ορισμένες χώρες ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει πρόσβαση του πληθυσμού σε σταθερή βάση σε πόσιμο νερό. ήμερα, βέβαια, όταν μιλάμε για πόσιμο νερό το μυαλό μας πηγαίνει είτε στη βρύση που τρέχει νερό, είτε σε ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Από πού όμως παίρνουμε το νερό που φτάνει στη βρύση μας;
Παλιότερα, αρκούσε μια γεώτρηση ή το άνοιγμα ενός πηγαδιού για να προμηθευτούν οι άνθρωποι το νερό που έπιναν. Φυσικές πηγές ή υπόγεια νερά σε καλή κατάσταση προμήθευαν πόλεις και χωριά με πόσιμο νερό. Ένα συνηθισμένο επάγγελμα ήταν αυτό του νερουλά, που γυρνούσε με ένα κάρο φορτωμένο με δοχεία (σταμνιά) με νερό στις γειτονιές.
Σήμερα, το επάγγελμα αυτό επιβιώνει σε περιοχές που διαθέτουν ακατάλληλη ποιότητα ή μη επαρκή ποσότητα νερού: σε άλλες περιοχές (π.χ. Κόρινθος) γυρνάνε στις γειτονιές βυτία που πουλάνε πόσιμο νερό, ενώ σε πολλά νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων ειδικά σκάφη-μαούνες μεταφέρουν πόσιμο νερό για τους κατοίκους και τους τουρίστες.
Το νερό που χρησιμοποιούμε καθημερινά διαφέρει από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή: Σήμερα πίνουμε ή χρησιμοποιούμε καθημερινά για μαγείρεμα δύο έως τρία λίτρα νερού κατ' άτομο. Περίπου 145 λίτρα καταναλώνονται καθημερινά στην τουαλέτα, το μπάνιο, την περιποίηση του σώματος, το πλύσιμο ρούχων ή πιάτων, την καθαριότητα του σπιτιού και το πότισμα των λουλουδιών.
Σύγχρονες τεχνικές
Τα τελευταία χρόνια ποτάμια, λίμνες και υπόγεια νερά δεσμεύονται, συνήθως, σε πολύ μεγάλες αποστάσεις, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες των κατοίκων των πόλεων ή των γεωργικών δραστηριοτήτων. Κατασκευάζονται φράγματα ή λιμνοδεξαμενές για τη συγκέντρωση του νερού της βροχής και τη διανομή του στη συνέχεια στους χρήστες (γεωργία, κατοικίες, τουρισμός κ.ά.), αν και εγκαταλείπονται –αντί να γενικεύονται - πιο σοφές, παραδοσιακές τεχνικές, όπως η εξοικονόμηση νερού και οι δεξαμενές ή στέρνες σε κατοικίες και αγροκτήματα για συγκέντρωση και απευθείας χρήση νερού της βροχής.
Μια τεχνική που βασίζεται στην αξιοποίηση από τον άνθρωπο των γνώσεων από τις λειτουργίες της φύσης είναι αυτή της κατασκευής μέσα στην κοίτη χειμάρρων μικρών φραγμάτων ανάσχεσης της ροής των νερών της βροχής, ώστε να εμπλουτίζεται ο υδροφόρος ορίζοντας και να ανανεώνονται τα υπόγεια αποθέματα νερού.Ορισμένες παράκτιες περιοχές επενδύουν στην αφαλάτωση είτε θαλασσινού νερού είτε υφάλμυρων υπόγειων νερών, αν και χωρίς εφαρμογή Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά ενεργοβόρο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις το νερό που χρησιμοποιούμε μπορεί να προέρχεται από επιφανειακά νερά, ποτάμια ή λίμνες. Σε αυτές τις περιπτώσεις η επεξεργασία του είναι πιο εύκολη, εφόσον, όμως, εκπληρώνονται μερικές προϋποθέσεις: δεν καταλήγουν στα νερά αυτά απόβλητα ή λύματα, δεν κυκλοφορούν σε αυτά μηχανοκίνητα σκάφη, δεν χρησιμοποιούνται για κολύμβηση κ.ά.Οικιακή χρήσηΗ οικιακή χρήση νερού σχετίζεται με την ποσότητα νερού που δεσμεύεται για να χρησιμοποιηθεί από τους πληθυσμούς στις πόλεις, τις κωμοπόλεις, και τις επιχειρήσεις παροχής δημόσιων υπηρεσιών.
Αν και το νερό είναι ένας περιορισμένος φυσικός πόρος ζωτικής σημασίας για την επιβίωση όλων μας, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι πρόσβαση και ίσα δικαιώματα σε αυτό. Όπως συμβαίνει και με τόσους άλλους πολύτιμους φυσικούς πόρους, ο αναπτυγμένος κόσμος τούς εκμεταλλεύεται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, για να μπορεί να συνεχίσει να καταναλώνει, ενώ ο αναπτυσσόμενος κόσμος παλεύει για την επιβίωση του.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της UNESCO:
• Οι άνθρωποι στις αναπτυγμένες χώρες καταναλώνουν καθημερινά κατά μέσον όρο περίπου 10 φορές περισσότερο νερό από εκείνους στις αναπτυσσόμενες χώρες. Υπολογίζεται ότι ο μέσος καταναλωτής των αναπτυγμένων χωρών χρησιμοποιεί άμεσα ή έμμεσα 500-800 λίτρα ανά ημέρα (300μ3 ετησίως), έναντι των 60-150 λίτρων ανά ημέρα (20μ3 ετησίως) των αναπτυσσόμενων χωρών.
• Στις μεγάλες πόλεις με κεντρικό σύστημα παροχής νερού και αποδοτικό σύστημα διοχέτευσης, η οικιακή κατανάλωση δεν ξεπερνά συνήθως το 5-10% της συνολικής κατανάλωσης νερού.
• Η κατανάλωση νερού στις μεγάλες πόλεις υπολογίζεται σε 300-600 λίτρα ανά άτομο ανά ημέρα, ενώ στις μικρές πόλεις σε 100-150 λίτρα.
• Στις αναπτυσσόμενες χώρες στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, η δημόσια κατανάλωση νερού αντιπροσωπεύει 50-100 λίτρα ανά άτομο ανά ημέρα. Σε περιοχές με ανεπαρκείς υδάτινους πόρους, αυτός ο αριθμός μπορεί να μην ξεπερνάει τα 10-40 λίτρα ανά ημέρα.
Όσο ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο αλλάζουν και οι χρήσεις και οι απαιτήσεις του κόσμου για νερό. Αυτό αποδεικνύεται κυρίως με την συνεχώς αυξανόμενη οικιακή χρήση νερού, ιδιαίτερα για την προσωπική υγιεινή. Το αποτέλεσμα είναι ότι μεγάλο μέρος της αστικής κατανάλωσης νερού είναι για την οικιακή χρήση. Η τάση αυτή αλλάζει μόνο όπου οι συνειδητοποιημένοι πολίτες –όπως και στο θέμα των σκουπιδιών – περιορίζουν τη σπατάλη και επιτυγχάνουν μείωση της κατανάλωσης νερού.
Στην Ελλάδα, στον οικιακό τομέα αντιστοιχεί το 10% της κατανάλωσης νερού. Το 90% των ελληνικών νοικοκυριών έχουν σήμερα πρόσβαση σε δίκτυο ύδρευσης, έναντι 30% τη δεκαετία του '50. Η χρήση νερού για ύδρευση έχει αυξηθεί κατά 45% σε σχέση με το 1980 και η αυξητική τάση διατηρείται. Η μεγαλύτερη αστική ζήτηση παρατηρείται στην Αττική, όπου οι απώλειες από διαρροές (δίκτυο, κατοικίες κα) αντιστοιχούν στο 10-40% του μεταφερόμενου νερού.
Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΝΕΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ 1990 - 2004 ΣΕ ΚΥΒΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
1990 320.000.000
1991 340.000.000
1992 265.000.000
1993 250.000.000
1994 280.000.000
1995 310.000.000
1996 307.431.950
1997 319.427.130
1998 339.675.490
1999 357.003.054
2000 385.855.874
2001 400.558.220
2002 416.080.430
2003 399.220.304
2004 405.434.701
Στον πίνακα φαίνονται οι συνολικές καταναλώσεις νερού για τα έτη 1990-2004, με την επισήμανση ότι οι καταναλώσεις αναφέρονται σε μέτρηση στις εξόδους των διυλιστηρίων και όχι στην τιμολογημένη κατανάλωση, που σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνονται και οι απώλειες / διαρροές του δικτύου διανομής του νερού.
Η συνολική κατανάλωση νερού στην Αττική αυξάνεται σταθερά σε σχέση με το έτος αναφοράς (1990): η συνολική κατανάλωση το 2004 ήταν αυξημένη κατά 27% περίπου σε σχέση με το 1990, αλλά κατά 62% σε σχέση με το 1993, έτος όπου επιτεύχθηκε σημαντική μείωση της κατανάλωσης. Η εξοικονόμηση έφθασε, το 1993, το 26,5% της κατανάλωσης του 1991, ως αποτέλεσμα της καμπάνιας ευαισθητοποίησης και της πληροφόρησης που αναπτύχθηκε το 1992-1993, χρονιές που τα αποθέματα νερού μειώθηκαν ιδιαίτερα και η Αττική αντιμετώπισε το φάσμα της λειψυδρίας.
Η κατανάλωση του νερού έφτασε ξανά στο επίπεδο του 1991 το 1997, τέσσερα χρόνια μετά τη διακοπή της εκστρατείας ενημέρωσης του κοινού για την αναγκαιότητα εξοικονόμησης νερού. Μετά το 1997 έχουμε μια συνεχή αύξηση της κατανάλωσης νερού της τάξης του 5-8% ετησίως. Μια σειρά έργων (φράγμα Μαραθώνα, δέσμευση νερών λίμνης Υλίκης καθώς και ποταμών Μόρνου και Εύηνου) μπορούν να φέρνουν σήμερα στην Αττική 600.000.000 κυβικά μέτρα νερού το χρόνο. Όμως, τα έργα αυτά επαρκούν για να καλύπτουν τις ανάγκες της Αττικής μόνο μέχρι το 2030, αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις κατανάλωσης νερού.
[ Πίσω ]
Δραστηριότητες
Στο πρόγραμμα...
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
Ρύπανση
Τι είναι ρύπανση?
Ρύπανση μπορεί να θεωρηθεί η δυσμενής μεταβολή των φυσικοχημικών ή βιολογικών συνθηκών ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος ή/και η βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη βλάβη στην ευζωία, την ποιότητα ζωής και την υγεία των ανθρώπων και των άλλων ειδών του πλανήτη. Η ρύπανση μπορεί να επηρεάζει, επίσης, την υλική και πολιτιστική βάση της ζωής, τους φυσικούς πόρους, τις ανθρώπινες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης και της αναψυχής. Η ρύπανση μπορεί να είναι χημική, με την εισαγωγή επικίνδυνων, βλαβερών ή και τοξικών ουσιών, ενεργειακή (θερμική, ραδιενεργή κα), βιολογική, αισθητική, ηχητική, γενετική (με την εισαγωγή π.χ. γενετικά μεταλλαγμένων ειδών).
Τι είναι μόλυνση?
Μόλυνση είναι μια ειδική κατηγορία ρύπανσης, που οφείλεται σε μικροοργανισμούς. Όταν καταλήγουν σε ποτάμια, λίμνες ή στη θάλασσα βρώμικα νερά από κατοικίες, νοσοκομεία, χώρους απόρριψης σκουπιδιών κλπ μπορεί να προκαλέσουν διάφορες μορφές ρύπανσης: για παράδειγμα, ρύπανση εξαιτίας της παρουσίας χημικών, βλαβερών ουσιών, αλλά και μόλυνση εξαιτίας της παρουσίας μικροβίων και γενικότερα παθογόνων οργανισμών στα βρώμικα νερά.
Τι είναι άμεση ρύπανση?
Άμεση ρύπανση είναι αυτή που μπορεί να αντιληφθούμε άμεσα. Ένα παράδειγμα άμεσης ρύπανσης είναι η περίπτωση ενός ποταμού ή μιας λίμνης, όπου καταλήγουν τοξικά απόβλητα και προκαλείται άμεσος κι αιφνίδιος θάνατος ψαριών.
Τι είναι έμμεση ρύπανση?
Έμμεση ρύπανση είναι η μορφή ρύπανσης, που δεν αντιλαμβανόμαστε εύκολα, επειδή δεν είναι ορατή. Για παράδειγμα, όταν καταλήγουν σε ένα ποτάμι ή σε μια λίμνη ή στη θάλασσα λύματα ή απόβλητα, σε ποσότητες που δεν μπορούν τα υδατικά οικοσυστήματα να καθαρίσουν, είναι πολύ πιθανό να προκληθούν σταδιακά αλλαγές στα είδη που υπάρχουν σε αυτό. Ορισμένα είδη αναπτύσσονται υπερβολικά, ενώ άλλα περιορίζονται ή εξαφανίζονται (ευτροφισμός). Σε πιο προχωρημένο επίπεδο ρύπανσης, μπορεί το διαλυμένο στο νερό οξυγόνο να μειωθεί και να αρχίσει η παραγωγή άλλων αερίων, επικίνδυνων για τις μορφές ζωής (υδρόθειο, αμμωνία κα).
Πηγές ρύπανσης νερού:
Οι σπουδαιότερες πηγές ρύπανσης, οι οποίες επιβαρύνουν κατ΄ αρχήν τα επιφανειακά νερά και στη συνέχεια τους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες, μπορεί να ταξινομηθούν στις εξής κατηγορίες:
• Αστικά λύματα: Ακάθαρτα νερά πόλεων και οικισμών που προέρχονται από τις κατοικίες και διάφορες άλλες δραστηριότητες (σχολεία και πανεπιστήμια, δημόσιες επιχειρήσεις, χώροι εργασίας, τουριστικές μονάδες, νοσοκομεία, εργαστήρια και ιατρικά κέντρα, βιοτεχνίες κα).
• Βιομηχανικά υγρά απόβλητα, που μπορεί να είναι παρόμοια με τα αστικά λύματα ή να περιέχουν και επικίνδυνα ή και τοξικά στοιχεία.
• Γεωργικά υγρά απόβλητα, τα νερά απορροής εντατικά καλλιεργούμενων εκτάσεων που μπορεί να περιέχουν λιπάσματα ή/και φυτοφάρμακα.
• Κτηνοτροφικά υγρά απόβλητα, τα υγρά απόβλητα που προέρχονται από μεγάλες ή μικρότερες μονάδες εκτροφής ζώων.
• Διείσδυση θαλασσινού νερού λόγω υπεράντλησης των υπόγειων νερών ή λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας εξαιτίας της αλλαγής του παγκόσμιου κλίματος ("φαινόμενο θερμοκηπίου").
• Όξινη βροχή εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ή κατακρήμνισης των αέριων ρύπων με τη βροχή, το χιόνι, τον άνεμο ή λόγω βαρύτητας.
Οι δρόμοι της ρύπανσης
Πώς οι δρόμοι του νερού γίνονται και δρόμοι της ρύπανσης
Συχνά, ανεπεξέργαστα αστικά λύματα των πόλεων (βρώμικα νερά από κατοικίες και διάφορες οικονομικές δραστηριότητες) μεταφέρονται μέσω των υπονόμων και του δικτύου αποχέτευσης σε υδάτινους αποδέκτες, που είναι επιφανειακοί (ρέματα, ποτάμια, λίμνες και θάλασσα) ή υπόγειοι. Οι δρόμοι του νερού γίνονται και δρόμοι της ρύπανσης. Τα επιφανειακά νερά, δηλαδή οι ποταμοί, οι λίμνες, οι λιμνοθάλασσες, οι κλειστοί θαλάσσιοι κόλποι και οι ανοιχτές θάλασσες είναι περισσότερο ή λιγότερο ευαίσθητα στη ρύπανση, ανάλογα με τη δυνατότητα ανανέωσής τους και το είδος των ρύπων που καταλήγει σε αυτά. Καθοριστικός είναι και ο ρόλος της ποσότητας του οξυγόνου που είναι διαλυμένο στο νερό.
Άλλοι δρόμοι της ρύπανσης
Συχνά αέριοι ρύποι προσκολλώνται στη σκόνη και σε αιωρούμενα σωματίδια και μεταφέρονται σε μεγάλες αποστάσεις και καταλήγουν στην ατμόσφαιρα, το έδαφος ή στα νερά μακρινών περιοχών. Εξάλλου, τα πλαστικά και άλλα απορρίμματα στη θάλασσα φαίνεται να απορροφούν διάφορες τοξικές ουσίες από άλλες πηγές ρύπανσης και γίνονται ακόμα πιο επικίνδυνα για το περιβάλλον και την υγεία των διαφόρων ειδών της θάλασσας, αλλά και για τον άνθρωπο.
Επιπτώσεις της ρύπανσης
Οι επιπτώσεις της ρύπανσης μπορεί να έχουν πολλές μορφές και να λαμβάνουν διαφορετική έκταση:
Μείωση του οξυγόνου που είναι διαλυμένο στο νερό
Σε αντίθεση με την ατμόσφαιρα, όπου η συγκέντρωση του οξυγόνου είναι σχεδόν πάντα σταθερή και ανεξάρτητη από τη ρύπανση, τα νερά απειλούνται συχνά με πλήρη ή μερική αποξυγόνωση (αναερόβιες συνθήκες). Όσο αυξάνεται η ρύπανση των νερών, κυρίως, με οργανικές ύλες, και ανεβαίνει η θερμοκρασία τους, τόσο μειώνεται το διαλυμένο οξυγόνο, γιατί καταναλώνεται λόγω της αερόβιας αναπνοής των μικροοργανισμών που κάνουν αποσύνθεση. Όταν, λοιπόν, ρυπαίνονται τα επιφανειακά νερά με απόβλητα που περιέχουν ουσίες, που αποσυντίθενται από μικροοργανισμούς (οργανικές ύλες), εκτός των άλλων "αφαιρείται" από τα νερά και το οξυγόνο, που είναι απαραίτητο για την επιβίωση των φυτικών και ζωικών υδρόβιων οργανισμών. Οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές για τους περισσότερους υδρόβιους οργανισμούς, αφού κινδυνεύουν από ασφυξία. Έτσι, η ρύπανση με αστικά λύματα ή άλλα απόβλητα, που περιέχουν οργανικό φορτίο, μπορεί να απειλήσει με καταστροφή ένα ολόκληρο υδατικό οικοσύστημα.
Ευτροφισμός των νερών
Ανάλογα αποτελέσματα για τα επιφανειακά νερά έχει και η ρύπανση με ανόργανα άλατα που περιέχουν άζωτο και φωσφόρο, που περιέχονται συνήθως σε λιπάσματα, απόβλητα κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών μονάδων, απορρυπαντικά και σε ορισμένα βιομηχανικά απόβλητα. Το σημαντικότερο πρόβλημα, που δημιουργεί το άζωτο και ο φώσφορος είναι ο ευτροφισμός, δηλαδή η υπερβολική ανάπτυξη αλγών (φυτοπλαγκτόν) στα επιφανειακά νερά από την υπερβολική τροφοδοσία των νερών με θρεπτικά συστατικά. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί σοβαρή διαταραχή του υδατικού οικοσυστήματος με διάφορες δυσμενείς συνέπειες, μεταξύ των οποίων είναι η υπερβολική ανάπτυξη ορισμένων ειδών σε βάρος όλων των άλλων, η μείωση ή και εξαφάνιση της ποικιλίας ειδών με θανάτωση ή μετανάστευσή τους, καθώς και η πλήρης ή μερική αποξυγόνωση των νερών. Όταν μειώνεται δραματικά το διαλυμένο οξυγόνο στα νερά, συνήθως, μυρίζουμε μια οσμή κλούβιων αυγών (αναερόβιες συνθήκες).
Ρύπανση υπόγειων νερών
Τα υπόγεια νερά είναι, επίσης, πολύ ευαίσθητα στη ρύπανση και έχουν περιορισμένη ικανότητα αυτοκαθαρισμού. Η κατάληξη αστικών λυμάτων, ξεπλυμάτων εδάφους από εντατική χρήση χημικών λιπασμάτων, αλλά και κτηνοτροφικών αποβλήτων στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα έχει ως κύριο αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης των νιτρικών αλάτων. Εξαιτίας αυτής της ρύπανσης, τα υπόγεια νερά γίνονται επικίνδυνα για τον άνθρωπο και τους ζωικούς οργανισμούς.
Η ρύπανση του εδάφους με τοξικές ουσίες ή βιομηχανικά απόβλητα μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων ή άλλων τοξικών ουσιών στα υπόγεια νερά, όπως για παράδειγμα διαπιστώνεται σε περιοχές της Σταυρούπολης (Θεσσαλονίκη), εξαιτίας τοξικών υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων από τη βιομηχανία Διάνα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο και δαπανηρό να καθαρίσουμε τα υπόγεια νερά από επικίνδυνες και τοξικές ουσίες.
Μόλυνση νερών
Μια άλλη μορφή επιβάρυνσης των επιφανειακών και των υπόγειων νερών είναι η μόλυνσή τους, δηλαδή η παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών στα νερά. Αυτή οφείλεται κατά κανόνα σε αστικά ή κτηνοτροφικά λύματα. Η ανίχνευση των παθογόνων μικροοργανισμών στο νερό μπορεί να γίνει και έμμεσα, μέσω της μέτρησης, για παράδειγμα, των κολοβακτηριδίων, τα οποία όταν βρίσκονται σε μεγαλύτερες ποσότητες αποτελούν ένδειξη της πιθανής μόλυνσης των νερών.
Υφαλμύρυνση υπόγειων νερών
Η εντατική άντληση των υπόγειων νερών με ρυθμό, που δεν επιτρέπει την ανανέωση τους, προκαλεί την εισβολή αλμυρού νερού από τη θάλασσα στους υδροφορείς. ΄Οταν η στάθμη του υπόγειου νερού υποχωρήσει κάτω από την στάθμη του θαλάσσιου νερού με το οποίο συνδέεται, τότε αντί να έχουμε ροή από τον υπόγειο υδροφορέα στη θάλασσα, έχουμε αντιστροφή του φαινομένου και νερό από την θάλασσα εισέρχεται στο υπόγειο νερό. Αλμυρό νερό αναμένεται να εισβάλλει σε μεγαλύτερη έκταση σε παράκτιες περιοχής, εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας (έως και εβδομήντα εκατοστά μέσα στις επόμενες δεκαετίες) λόγω της κλιματικής αλλαγής ή της μείωσης των βροχοπτώσεων.
Ρύπανση πόσιμου νερού
Το πόσιμο νερό είναι και θα έπρεπε να είναι το καλύτερα ελεγχόμενο μέσο διατροφής. Η νομοθεσία προσδιορίζει τις συγκεντρώσεις διαφόρων ουσιών, που επιτρέπεται να υπάρχουν μέσα στο πόσιμο νερό, ώστε να ανταποκρίνεται στις υψηλές ποιοτικές προδιαγραφές, που απαιτούνται σε σχέση με το σημαντικό για τη ζωή μας αγαθό. Η τεχνολογία που διατίθεται σε αρκετές χώρες είναι σε θέση να ανιχνεύει στο νερό ιχνοστοιχεία, που βρίσκονται σε συγκεντρώσεις του δισεκατομμυριοστού του γραμμαρίου ανά λίτρο.
Αν και τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες, περίπου 1200 χημικά είδη, που περιέχουν 230 δραστικές ουσίες κυκλοφορούν στο εμπόριο και χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες ως φυτοφάρμακα, λιπάσματα ή ζιζανιοκτόνα. Πολλά από τα φυτοφάρμακα είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά στο χρόνο και γι’ αυτό εξαιρετικά επικίνδυνα, όταν καταλήγουν στο νερό. Το όριο που έχει υιοθετηθεί για την περιεκτικότητα σε φυτοφάρμακα είναι 0,5 μικρογραμμάρια (εκατομμυριοστό του γραμμαρίου) ανά λίτρο συνολικά, και ειδικά για ορισμένα οργανο-χημικά (τα ίδια ή τα προϊόντα αποικοδόμησής τους είναι ιδιαίτερα τοξικά) το όριο είναι το 0,1 μικρογραμμάριο ανά λίτρο.
Η νομοθεσία ορίζει, επίσης ότι το πόσιμο νερό δεν πρέπει να περιέχει περισσότερα από 50 milligram (χιλιοστά του γραμμαρίου) ανά λίτρο νιτρικών. Οι νιτρικές ενώσεις στα νερά προέρχονται, συνήθως, από τη χρήση λιπασμάτων και την απόρριψη λυμάτων και ιλύος. Οι νιτρικές ενώσεις είναι ουσίες, που υπάρχουν στη φύση, αλλά αυτό, που προκαλεί ανησυχία είναι οι ουσίες, στις οποίες μετασχηματίζονται: τα νιτρώδη και οι νιτροζαμίνες. Η μακροχρόνια κατανάλωση αυτών των ουσιών μέσω της τροφικής αλυσίδας μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην ανθρώπινη υγεία.
Μερικά παραδείγματα ρύπανσης των νερών:
- Η καταστροφή μιας λίμνης
Η ρύπανση των νερών έχει κάποιες φορές ορατές επιπτώσεις. Σε άλλες, όμως, περιπτώσεις η ρύπανση δεν είναι ορατή, αλλά μπορεί να προκαλέσει μεγάλη βλάβη στην υγεία και στο περιβάλλον. Στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου 2004 βρήκαν φρικτό θάνατο πάνω από 30.000 υδρόβια και παρυδάτια πουλιά στη λίμνη Κορώνεια της επαρχίας Λαγκαδά, στο νομό Θεσσαλονίκης. Τα πουλιά βρίσκονταν στην μεταναστευτική τους περίοδο. Από τα μέσα Σεπτεμβρίου ακολούθησαν μαζικοί θάνατοι τριών τουλάχιστον ειδών ψαριών που ζουν στη λίμνη. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2004, η Νομαρχία Θεσσαλονίκης απαγόρευσε την αλιεία στη λίμνη, τη βόσκηση στη γύρω περιοχή και την προσέγγιση των πολιτών. Η κύρια αιτία της οικολογικής καταστροφής ήταν η μακροχρόνια ρύπανση της λίμνης.
- Η καταστροφή μιας από τις μεγαλύτερες λίμνες του κόσμου
Η λίμνη Αράλη στο Καζακστάν ήταν μέχρι τη δεκαετία του 1960, η τέταρτη σε μέγεθος μεγαλύτερη λίμνη παγκοσμίως. Μεταξύ του 1966 και του 1994 η στάθμη της κατέβηκε κατά 16 μέτρα, ενώ ο όγκος των νερών της μειώθηκε κατά 75%. Η έκτασή της μειώθηκε στο μισό και οι ανατολικές και δυτικές ακτές της υποχώρησαν κατά 80 χιλιόμετρα. Η πόλη Αράλσκ, παραλιακή μέχρι πριν 35 χρόνια, σημαντικό λιμάνι και φημισμένη λουτρόπολη της λίμνης Αράλης, σήμερα απέχει 40 περίπου χιλιόμετρα από τις όχθες της. Ενώ στη λίμνη ψάρευαν χιλιάδες ψαράδες, δίνοντας εργασία σε 60.000 ανθρώπους και απέδιδε κάπου 40.000 τόνους ψαριών τη δεκαετία του 1950 (πάνω από 160 τόνους ψαριών καθημερινά), σήμερα επιβιώνουν μόνο δύο από τα 24 είδη ψαριών της λίμνης, ενώ πολυάριθμα ψαροχώρια έχουν εγκαταλειφθεί. Τα περισσότερα είδη εξαφανίστηκαν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, εξαιτίας της ρύπανσης από τα φυτοφάρμακα και λιπάσματα (κυρίως για την εντατική καλλιέργεια βαμβακιού), αλλά και της αύξησης της περιεκτικότητας των νερών της λίμνης σε αλάτι.
Τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων, το αλάτι και η σκόνη από τις αποξηραμένες, άγονες περιοχές μεταφέρονται από τον άνεμο δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Οι γύρω περιοχές πλήττονται κάθε χρόνο από δεκάδες ανεμοστρόβιλους που μεταφέρουν βλαβερά για την υγεία υλικά. Ακόμα και σήμερα, οι καλλιέργειες, που γίνονται σε αποξηραμένες πια εκτάσεις περιέχουν υπολείμματα φυτοφαρμάκων που χρησιμοποιήθηκαν πριν από δεκαετίες. Χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλες περιοχές. Πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από ασθένειες, αναπνευστικές λοιμώξεις, καρκίνους (κυρίως του λάρυγγα και του οισοφάγου), τύφο, ηπατίτιδα, διάρροια. Το ρυπασμένο και μολυσμένο νερό συνέβαλε στην επέκταση των ασθενειών. Πολλά παιδιά γεννιούνται με σοβαρές ασθένειες ή βλάβες. Η αλλαγή της λίμνης συνοδεύτηκε από αλλαγή του κλίματος της περιοχής: ο αέρας είναι πιο ξηρός, ο χειμώνας πιο βαρύς και το καλοκαίρι πολύ πιο ζεστό. Οι μέρες χωρίς βροχή έχουν φτάσει τις 120-150, όταν κάποτε ήταν μόνο 30-35.
- Η ασθένεια της Μinamata
Σε ένα μικρό χωριό της Ιαπωνίας, στον κόλπο της Minamata, παρατηρήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 δηλητηριάσεις γατιών στην αρχή και ανθρώπων στη συνέχεια, που είχαν σαν αποτέλεσμα δεκάδες θανάτους ανθρώπων, παραμορφώσεις και διαταραχές του νευροφυτικού συστήματος, κυρίως των ψαράδων της περιοχής. Αιτία ήταν οι ποσότητες μιας τοξικής ουσίας, του υδραργύρου, που κατέληγε από ένα εργοστάσιο παραγωγής πλαστικού PVC στο ποτάμι, μαζί με άλλα υγρά και στερεά απόβλητα. Από το ποτάμι, οι τοξικές ουσίες κατέληγαν στον κόλπο της Minamata κι εκεί περνούσαν στα ψάρια και τα οστρακοειδή. Οι δηλητηριώδεις ενώσεις έφθαναν στους ψαράδες και τους ντόπιους, που κατανάλωναν θαλασσινά, αλλά και στις γάτες, με αποτέλεσμα να προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία τους. Αν και οι ποσότητες των διαφόρων ενώσεων του υδραργύρου που έπεφταν στο ποτάμι ήταν σχετικά μικρές, μέσω της τροφικής αλυσίδας – από το θαλασσινό νερό, στο πλαγκτόν και από εκεί στα ψάρια, για να καταλήξει τελικά στους ανθρώπους – οι ποσότητες που έφταναν στους ανθρώπους ήταν αυξημένες (το φαινόμενο λέγεται βιο-συσσώρευση). Σε μια τέτοια διαδικασία, οι συγκεντρώσεις τοξικών ουσιών σε οργανισμούς μπορεί να είναι 100-30.000 φορές μεγαλύτερες σε σχέση με τις συγκεντρώσεις στο νερό, όπως έχει αποδειχτεί από πολλές επιστημονικές έρευνες (π.χ. έρευνες για τη συγκέντρωση υδραργύρου στο νερό, το πλαγκτόν και τα ψάρια της λίμνης Powell, στην Αριζόνα, στις ΗΠΑ)
[ Πίσω ]
Τι είναι ρύπανση?
Ρύπανση μπορεί να θεωρηθεί η δυσμενής μεταβολή των φυσικοχημικών ή βιολογικών συνθηκών ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος ή/και η βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη βλάβη στην ευζωία, την ποιότητα ζωής και την υγεία των ανθρώπων και των άλλων ειδών του πλανήτη. Η ρύπανση μπορεί να επηρεάζει, επίσης, την υλική και πολιτιστική βάση της ζωής, τους φυσικούς πόρους, τις ανθρώπινες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης και της αναψυχής. Η ρύπανση μπορεί να είναι χημική, με την εισαγωγή επικίνδυνων, βλαβερών ή και τοξικών ουσιών, ενεργειακή (θερμική, ραδιενεργή κα), βιολογική, αισθητική, ηχητική, γενετική (με την εισαγωγή π.χ. γενετικά μεταλλαγμένων ειδών).
Τι είναι μόλυνση?
Μόλυνση είναι μια ειδική κατηγορία ρύπανσης, που οφείλεται σε μικροοργανισμούς. Όταν καταλήγουν σε ποτάμια, λίμνες ή στη θάλασσα βρώμικα νερά από κατοικίες, νοσοκομεία, χώρους απόρριψης σκουπιδιών κλπ μπορεί να προκαλέσουν διάφορες μορφές ρύπανσης: για παράδειγμα, ρύπανση εξαιτίας της παρουσίας χημικών, βλαβερών ουσιών, αλλά και μόλυνση εξαιτίας της παρουσίας μικροβίων και γενικότερα παθογόνων οργανισμών στα βρώμικα νερά.
Τι είναι άμεση ρύπανση?
Άμεση ρύπανση είναι αυτή που μπορεί να αντιληφθούμε άμεσα. Ένα παράδειγμα άμεσης ρύπανσης είναι η περίπτωση ενός ποταμού ή μιας λίμνης, όπου καταλήγουν τοξικά απόβλητα και προκαλείται άμεσος κι αιφνίδιος θάνατος ψαριών.
Τι είναι έμμεση ρύπανση?
Έμμεση ρύπανση είναι η μορφή ρύπανσης, που δεν αντιλαμβανόμαστε εύκολα, επειδή δεν είναι ορατή. Για παράδειγμα, όταν καταλήγουν σε ένα ποτάμι ή σε μια λίμνη ή στη θάλασσα λύματα ή απόβλητα, σε ποσότητες που δεν μπορούν τα υδατικά οικοσυστήματα να καθαρίσουν, είναι πολύ πιθανό να προκληθούν σταδιακά αλλαγές στα είδη που υπάρχουν σε αυτό. Ορισμένα είδη αναπτύσσονται υπερβολικά, ενώ άλλα περιορίζονται ή εξαφανίζονται (ευτροφισμός). Σε πιο προχωρημένο επίπεδο ρύπανσης, μπορεί το διαλυμένο στο νερό οξυγόνο να μειωθεί και να αρχίσει η παραγωγή άλλων αερίων, επικίνδυνων για τις μορφές ζωής (υδρόθειο, αμμωνία κα).
Πηγές ρύπανσης νερού:
Οι σπουδαιότερες πηγές ρύπανσης, οι οποίες επιβαρύνουν κατ΄ αρχήν τα επιφανειακά νερά και στη συνέχεια τους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες, μπορεί να ταξινομηθούν στις εξής κατηγορίες:
• Αστικά λύματα: Ακάθαρτα νερά πόλεων και οικισμών που προέρχονται από τις κατοικίες και διάφορες άλλες δραστηριότητες (σχολεία και πανεπιστήμια, δημόσιες επιχειρήσεις, χώροι εργασίας, τουριστικές μονάδες, νοσοκομεία, εργαστήρια και ιατρικά κέντρα, βιοτεχνίες κα).
• Βιομηχανικά υγρά απόβλητα, που μπορεί να είναι παρόμοια με τα αστικά λύματα ή να περιέχουν και επικίνδυνα ή και τοξικά στοιχεία.
• Γεωργικά υγρά απόβλητα, τα νερά απορροής εντατικά καλλιεργούμενων εκτάσεων που μπορεί να περιέχουν λιπάσματα ή/και φυτοφάρμακα.
• Κτηνοτροφικά υγρά απόβλητα, τα υγρά απόβλητα που προέρχονται από μεγάλες ή μικρότερες μονάδες εκτροφής ζώων.
• Διείσδυση θαλασσινού νερού λόγω υπεράντλησης των υπόγειων νερών ή λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας εξαιτίας της αλλαγής του παγκόσμιου κλίματος ("φαινόμενο θερμοκηπίου").
• Όξινη βροχή εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ή κατακρήμνισης των αέριων ρύπων με τη βροχή, το χιόνι, τον άνεμο ή λόγω βαρύτητας.
Οι δρόμοι της ρύπανσης
Πώς οι δρόμοι του νερού γίνονται και δρόμοι της ρύπανσης
Συχνά, ανεπεξέργαστα αστικά λύματα των πόλεων (βρώμικα νερά από κατοικίες και διάφορες οικονομικές δραστηριότητες) μεταφέρονται μέσω των υπονόμων και του δικτύου αποχέτευσης σε υδάτινους αποδέκτες, που είναι επιφανειακοί (ρέματα, ποτάμια, λίμνες και θάλασσα) ή υπόγειοι. Οι δρόμοι του νερού γίνονται και δρόμοι της ρύπανσης. Τα επιφανειακά νερά, δηλαδή οι ποταμοί, οι λίμνες, οι λιμνοθάλασσες, οι κλειστοί θαλάσσιοι κόλποι και οι ανοιχτές θάλασσες είναι περισσότερο ή λιγότερο ευαίσθητα στη ρύπανση, ανάλογα με τη δυνατότητα ανανέωσής τους και το είδος των ρύπων που καταλήγει σε αυτά. Καθοριστικός είναι και ο ρόλος της ποσότητας του οξυγόνου που είναι διαλυμένο στο νερό.
Άλλοι δρόμοι της ρύπανσης
Συχνά αέριοι ρύποι προσκολλώνται στη σκόνη και σε αιωρούμενα σωματίδια και μεταφέρονται σε μεγάλες αποστάσεις και καταλήγουν στην ατμόσφαιρα, το έδαφος ή στα νερά μακρινών περιοχών. Εξάλλου, τα πλαστικά και άλλα απορρίμματα στη θάλασσα φαίνεται να απορροφούν διάφορες τοξικές ουσίες από άλλες πηγές ρύπανσης και γίνονται ακόμα πιο επικίνδυνα για το περιβάλλον και την υγεία των διαφόρων ειδών της θάλασσας, αλλά και για τον άνθρωπο.
Επιπτώσεις της ρύπανσης
Οι επιπτώσεις της ρύπανσης μπορεί να έχουν πολλές μορφές και να λαμβάνουν διαφορετική έκταση:
Μείωση του οξυγόνου που είναι διαλυμένο στο νερό
Σε αντίθεση με την ατμόσφαιρα, όπου η συγκέντρωση του οξυγόνου είναι σχεδόν πάντα σταθερή και ανεξάρτητη από τη ρύπανση, τα νερά απειλούνται συχνά με πλήρη ή μερική αποξυγόνωση (αναερόβιες συνθήκες). Όσο αυξάνεται η ρύπανση των νερών, κυρίως, με οργανικές ύλες, και ανεβαίνει η θερμοκρασία τους, τόσο μειώνεται το διαλυμένο οξυγόνο, γιατί καταναλώνεται λόγω της αερόβιας αναπνοής των μικροοργανισμών που κάνουν αποσύνθεση. Όταν, λοιπόν, ρυπαίνονται τα επιφανειακά νερά με απόβλητα που περιέχουν ουσίες, που αποσυντίθενται από μικροοργανισμούς (οργανικές ύλες), εκτός των άλλων "αφαιρείται" από τα νερά και το οξυγόνο, που είναι απαραίτητο για την επιβίωση των φυτικών και ζωικών υδρόβιων οργανισμών. Οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές για τους περισσότερους υδρόβιους οργανισμούς, αφού κινδυνεύουν από ασφυξία. Έτσι, η ρύπανση με αστικά λύματα ή άλλα απόβλητα, που περιέχουν οργανικό φορτίο, μπορεί να απειλήσει με καταστροφή ένα ολόκληρο υδατικό οικοσύστημα.
Ευτροφισμός των νερών
Ανάλογα αποτελέσματα για τα επιφανειακά νερά έχει και η ρύπανση με ανόργανα άλατα που περιέχουν άζωτο και φωσφόρο, που περιέχονται συνήθως σε λιπάσματα, απόβλητα κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών μονάδων, απορρυπαντικά και σε ορισμένα βιομηχανικά απόβλητα. Το σημαντικότερο πρόβλημα, που δημιουργεί το άζωτο και ο φώσφορος είναι ο ευτροφισμός, δηλαδή η υπερβολική ανάπτυξη αλγών (φυτοπλαγκτόν) στα επιφανειακά νερά από την υπερβολική τροφοδοσία των νερών με θρεπτικά συστατικά. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί σοβαρή διαταραχή του υδατικού οικοσυστήματος με διάφορες δυσμενείς συνέπειες, μεταξύ των οποίων είναι η υπερβολική ανάπτυξη ορισμένων ειδών σε βάρος όλων των άλλων, η μείωση ή και εξαφάνιση της ποικιλίας ειδών με θανάτωση ή μετανάστευσή τους, καθώς και η πλήρης ή μερική αποξυγόνωση των νερών. Όταν μειώνεται δραματικά το διαλυμένο οξυγόνο στα νερά, συνήθως, μυρίζουμε μια οσμή κλούβιων αυγών (αναερόβιες συνθήκες).
Ρύπανση υπόγειων νερών
Τα υπόγεια νερά είναι, επίσης, πολύ ευαίσθητα στη ρύπανση και έχουν περιορισμένη ικανότητα αυτοκαθαρισμού. Η κατάληξη αστικών λυμάτων, ξεπλυμάτων εδάφους από εντατική χρήση χημικών λιπασμάτων, αλλά και κτηνοτροφικών αποβλήτων στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα έχει ως κύριο αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης των νιτρικών αλάτων. Εξαιτίας αυτής της ρύπανσης, τα υπόγεια νερά γίνονται επικίνδυνα για τον άνθρωπο και τους ζωικούς οργανισμούς.
Η ρύπανση του εδάφους με τοξικές ουσίες ή βιομηχανικά απόβλητα μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων ή άλλων τοξικών ουσιών στα υπόγεια νερά, όπως για παράδειγμα διαπιστώνεται σε περιοχές της Σταυρούπολης (Θεσσαλονίκη), εξαιτίας τοξικών υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων από τη βιομηχανία Διάνα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο και δαπανηρό να καθαρίσουμε τα υπόγεια νερά από επικίνδυνες και τοξικές ουσίες.
Μόλυνση νερών
Μια άλλη μορφή επιβάρυνσης των επιφανειακών και των υπόγειων νερών είναι η μόλυνσή τους, δηλαδή η παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών στα νερά. Αυτή οφείλεται κατά κανόνα σε αστικά ή κτηνοτροφικά λύματα. Η ανίχνευση των παθογόνων μικροοργανισμών στο νερό μπορεί να γίνει και έμμεσα, μέσω της μέτρησης, για παράδειγμα, των κολοβακτηριδίων, τα οποία όταν βρίσκονται σε μεγαλύτερες ποσότητες αποτελούν ένδειξη της πιθανής μόλυνσης των νερών.
Υφαλμύρυνση υπόγειων νερών
Η εντατική άντληση των υπόγειων νερών με ρυθμό, που δεν επιτρέπει την ανανέωση τους, προκαλεί την εισβολή αλμυρού νερού από τη θάλασσα στους υδροφορείς. ΄Οταν η στάθμη του υπόγειου νερού υποχωρήσει κάτω από την στάθμη του θαλάσσιου νερού με το οποίο συνδέεται, τότε αντί να έχουμε ροή από τον υπόγειο υδροφορέα στη θάλασσα, έχουμε αντιστροφή του φαινομένου και νερό από την θάλασσα εισέρχεται στο υπόγειο νερό. Αλμυρό νερό αναμένεται να εισβάλλει σε μεγαλύτερη έκταση σε παράκτιες περιοχής, εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας (έως και εβδομήντα εκατοστά μέσα στις επόμενες δεκαετίες) λόγω της κλιματικής αλλαγής ή της μείωσης των βροχοπτώσεων.
Ρύπανση πόσιμου νερού
Το πόσιμο νερό είναι και θα έπρεπε να είναι το καλύτερα ελεγχόμενο μέσο διατροφής. Η νομοθεσία προσδιορίζει τις συγκεντρώσεις διαφόρων ουσιών, που επιτρέπεται να υπάρχουν μέσα στο πόσιμο νερό, ώστε να ανταποκρίνεται στις υψηλές ποιοτικές προδιαγραφές, που απαιτούνται σε σχέση με το σημαντικό για τη ζωή μας αγαθό. Η τεχνολογία που διατίθεται σε αρκετές χώρες είναι σε θέση να ανιχνεύει στο νερό ιχνοστοιχεία, που βρίσκονται σε συγκεντρώσεις του δισεκατομμυριοστού του γραμμαρίου ανά λίτρο.
Αν και τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες, περίπου 1200 χημικά είδη, που περιέχουν 230 δραστικές ουσίες κυκλοφορούν στο εμπόριο και χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες ως φυτοφάρμακα, λιπάσματα ή ζιζανιοκτόνα. Πολλά από τα φυτοφάρμακα είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά στο χρόνο και γι’ αυτό εξαιρετικά επικίνδυνα, όταν καταλήγουν στο νερό. Το όριο που έχει υιοθετηθεί για την περιεκτικότητα σε φυτοφάρμακα είναι 0,5 μικρογραμμάρια (εκατομμυριοστό του γραμμαρίου) ανά λίτρο συνολικά, και ειδικά για ορισμένα οργανο-χημικά (τα ίδια ή τα προϊόντα αποικοδόμησής τους είναι ιδιαίτερα τοξικά) το όριο είναι το 0,1 μικρογραμμάριο ανά λίτρο.
Η νομοθεσία ορίζει, επίσης ότι το πόσιμο νερό δεν πρέπει να περιέχει περισσότερα από 50 milligram (χιλιοστά του γραμμαρίου) ανά λίτρο νιτρικών. Οι νιτρικές ενώσεις στα νερά προέρχονται, συνήθως, από τη χρήση λιπασμάτων και την απόρριψη λυμάτων και ιλύος. Οι νιτρικές ενώσεις είναι ουσίες, που υπάρχουν στη φύση, αλλά αυτό, που προκαλεί ανησυχία είναι οι ουσίες, στις οποίες μετασχηματίζονται: τα νιτρώδη και οι νιτροζαμίνες. Η μακροχρόνια κατανάλωση αυτών των ουσιών μέσω της τροφικής αλυσίδας μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην ανθρώπινη υγεία.
Μερικά παραδείγματα ρύπανσης των νερών:
- Η καταστροφή μιας λίμνης
Η ρύπανση των νερών έχει κάποιες φορές ορατές επιπτώσεις. Σε άλλες, όμως, περιπτώσεις η ρύπανση δεν είναι ορατή, αλλά μπορεί να προκαλέσει μεγάλη βλάβη στην υγεία και στο περιβάλλον. Στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου 2004 βρήκαν φρικτό θάνατο πάνω από 30.000 υδρόβια και παρυδάτια πουλιά στη λίμνη Κορώνεια της επαρχίας Λαγκαδά, στο νομό Θεσσαλονίκης. Τα πουλιά βρίσκονταν στην μεταναστευτική τους περίοδο. Από τα μέσα Σεπτεμβρίου ακολούθησαν μαζικοί θάνατοι τριών τουλάχιστον ειδών ψαριών που ζουν στη λίμνη. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2004, η Νομαρχία Θεσσαλονίκης απαγόρευσε την αλιεία στη λίμνη, τη βόσκηση στη γύρω περιοχή και την προσέγγιση των πολιτών. Η κύρια αιτία της οικολογικής καταστροφής ήταν η μακροχρόνια ρύπανση της λίμνης.
- Η καταστροφή μιας από τις μεγαλύτερες λίμνες του κόσμου
Η λίμνη Αράλη στο Καζακστάν ήταν μέχρι τη δεκαετία του 1960, η τέταρτη σε μέγεθος μεγαλύτερη λίμνη παγκοσμίως. Μεταξύ του 1966 και του 1994 η στάθμη της κατέβηκε κατά 16 μέτρα, ενώ ο όγκος των νερών της μειώθηκε κατά 75%. Η έκτασή της μειώθηκε στο μισό και οι ανατολικές και δυτικές ακτές της υποχώρησαν κατά 80 χιλιόμετρα. Η πόλη Αράλσκ, παραλιακή μέχρι πριν 35 χρόνια, σημαντικό λιμάνι και φημισμένη λουτρόπολη της λίμνης Αράλης, σήμερα απέχει 40 περίπου χιλιόμετρα από τις όχθες της. Ενώ στη λίμνη ψάρευαν χιλιάδες ψαράδες, δίνοντας εργασία σε 60.000 ανθρώπους και απέδιδε κάπου 40.000 τόνους ψαριών τη δεκαετία του 1950 (πάνω από 160 τόνους ψαριών καθημερινά), σήμερα επιβιώνουν μόνο δύο από τα 24 είδη ψαριών της λίμνης, ενώ πολυάριθμα ψαροχώρια έχουν εγκαταλειφθεί. Τα περισσότερα είδη εξαφανίστηκαν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, εξαιτίας της ρύπανσης από τα φυτοφάρμακα και λιπάσματα (κυρίως για την εντατική καλλιέργεια βαμβακιού), αλλά και της αύξησης της περιεκτικότητας των νερών της λίμνης σε αλάτι.
Τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων, το αλάτι και η σκόνη από τις αποξηραμένες, άγονες περιοχές μεταφέρονται από τον άνεμο δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Οι γύρω περιοχές πλήττονται κάθε χρόνο από δεκάδες ανεμοστρόβιλους που μεταφέρουν βλαβερά για την υγεία υλικά. Ακόμα και σήμερα, οι καλλιέργειες, που γίνονται σε αποξηραμένες πια εκτάσεις περιέχουν υπολείμματα φυτοφαρμάκων που χρησιμοποιήθηκαν πριν από δεκαετίες. Χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλες περιοχές. Πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από ασθένειες, αναπνευστικές λοιμώξεις, καρκίνους (κυρίως του λάρυγγα και του οισοφάγου), τύφο, ηπατίτιδα, διάρροια. Το ρυπασμένο και μολυσμένο νερό συνέβαλε στην επέκταση των ασθενειών. Πολλά παιδιά γεννιούνται με σοβαρές ασθένειες ή βλάβες. Η αλλαγή της λίμνης συνοδεύτηκε από αλλαγή του κλίματος της περιοχής: ο αέρας είναι πιο ξηρός, ο χειμώνας πιο βαρύς και το καλοκαίρι πολύ πιο ζεστό. Οι μέρες χωρίς βροχή έχουν φτάσει τις 120-150, όταν κάποτε ήταν μόνο 30-35.
- Η ασθένεια της Μinamata
Σε ένα μικρό χωριό της Ιαπωνίας, στον κόλπο της Minamata, παρατηρήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 δηλητηριάσεις γατιών στην αρχή και ανθρώπων στη συνέχεια, που είχαν σαν αποτέλεσμα δεκάδες θανάτους ανθρώπων, παραμορφώσεις και διαταραχές του νευροφυτικού συστήματος, κυρίως των ψαράδων της περιοχής. Αιτία ήταν οι ποσότητες μιας τοξικής ουσίας, του υδραργύρου, που κατέληγε από ένα εργοστάσιο παραγωγής πλαστικού PVC στο ποτάμι, μαζί με άλλα υγρά και στερεά απόβλητα. Από το ποτάμι, οι τοξικές ουσίες κατέληγαν στον κόλπο της Minamata κι εκεί περνούσαν στα ψάρια και τα οστρακοειδή. Οι δηλητηριώδεις ενώσεις έφθαναν στους ψαράδες και τους ντόπιους, που κατανάλωναν θαλασσινά, αλλά και στις γάτες, με αποτέλεσμα να προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία τους. Αν και οι ποσότητες των διαφόρων ενώσεων του υδραργύρου που έπεφταν στο ποτάμι ήταν σχετικά μικρές, μέσω της τροφικής αλυσίδας – από το θαλασσινό νερό, στο πλαγκτόν και από εκεί στα ψάρια, για να καταλήξει τελικά στους ανθρώπους – οι ποσότητες που έφταναν στους ανθρώπους ήταν αυξημένες (το φαινόμενο λέγεται βιο-συσσώρευση). Σε μια τέτοια διαδικασία, οι συγκεντρώσεις τοξικών ουσιών σε οργανισμούς μπορεί να είναι 100-30.000 φορές μεγαλύτερες σε σχέση με τις συγκεντρώσεις στο νερό, όπως έχει αποδειχτεί από πολλές επιστημονικές έρευνες (π.χ. έρευνες για τη συγκέντρωση υδραργύρου στο νερό, το πλαγκτόν και τα ψάρια της λίμνης Powell, στην Αριζόνα, στις ΗΠΑ)
[ Πίσω ]
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Νερό και κοινωνικές συγκρούσεις
Το νερό, ως αγαθό άνισα κατανεμημένο και σε ανεπάρκεια, αποτελεί συχνά «μήλον της έριδος» μεταξύ των διαφόρων χρηστών - καταναλωτών του. Μία από τις εστίες τριβής μεταξύ κρατών είναι συχνά η διαχείριση των «κοινών» υδάτων τους (αν μπορούμε να μιλήσουμε για καθεστώς ιδιοκτησίας ενός τόσο απαραίτητου φυσικού πόρου). Η Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών “Νερό για τη Ζωή, Νερό για τους Ανθρώπους” (2003), εντοπίζει 263 διεθνείς διασυνοριακές λεκάνες απορροής, οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν αιτία συγκρούσεων για το νερό. Οι περιοχές αυτές καλύπτουν το 45 % της επιφάνειας της ξηράς στον πλανήτη και επηρεάζουν το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού και 145 κράτη.
Κάποιοι θεωρούν πως το νερό, καθώς αποτελεί αγαθό προς κατανάλωση, μπορεί να υπαχθεί στους «νόμους της («ελεύθερης») αγοράς», αφήνοντας την παροχή και τη ζήτηση να ρυθμίζουν τη τιμή του. Το νερό, όμως, δεν είναι απλώς ένα ακόμα προϊόν προς κατανάλωση: είναι απαραίτητο σε κάθε ζώντα οργανισμό του πλανήτη. Το Νοέμβριο 2003 η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα αναγνώρισε ως θεμελιώδες δικαίωμα όλων των ανθρώπων την πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες πόσιμου νερού για προσωπική και οικιακή χρήση. Πώς είναι δυνατόν η διαχείριση του να εξαρτάται από μονοδιάστατες συμφωνίες ή από την τιμή που θα πιάσει στο χρηματιστήριο η μετοχή μιας εταιρείας που διαχειρίζεται την παροχή του; Και πώς θα εξασφαλιστεί η δίκαιη παροχή καθαρού νερού σε όλους και όλες, άσχετα με την κοινωνική ή την οικονομική τους θέση;
Διαμάχες μεταξύ κρατών
Το νερό δεν είναι ίσα κατανεμημένο στο χώρο και το χρόνο σε ολόκληρο τον πλανήτη, ούτε φυσικά από χώρα σε χώρα, ή από περιοχή σε περιοχή. Κάποια γεωγραφικά τμήματα του πλανήτη είναι πιο πλούσια σε γαλάζιο χρυσό, σε σχέση με άλλα. Η ύπαρξη κρατών, διαφορετικών και συχνά συγκρουόμενων συμφερόντων, το καθιστά αντικείμενο πολιτικής πίεσης. Πολλά από τα ποτάμια της Μεσογείου είναι διασυνοριακά. Η συνεργασία μεταξύ των κρατών στη διαχείριση του νερού είναι μεν απαραίτητη, αλλά όχι πάντα αρμονική. Τα υψώματα του Γκολάν, που κατέχει το Ισραήλ μετά τον πόλεμο του 1967 από τη Συρία, αποτελούν μέρος της λεκάνης απορροής της λίμνης Γαλιλαίας (Κινερέτ), της μεγαλύτερης επιφανειακής πηγής νερού του Ισραήλ που τροφοδοτεί με υδάτινους πόρους τον Εθνικό Δίκτυο Διανομής Νερού. Το 20-40% των αποθεμάτων νερού του Ισραήλ προέρχονται από την περιοχή των λόφων της Δυτικής Όχθης. Ο Νείλος, ο δεύτερος μεγαλύτερος ποταμός στον πλανήτη, διασχίζει 10 χώρες, ενώ 5 χώρες, η Ιορδανία, το Ισραήλ, η Παλαιστίνη, η Συρία και ο Λίβανος μοιράζονται τον σχετικά μικρό Ιορδάνη ποταμό. Η Ισπανία, η Ιταλία αλλά και η Ελλάδα μοιράζονται και αυτές τους μεγάλους ποταμούς τους με άλλες χώρες. Στη Μέση Ανατολή, η διαχείριση των υδατικών πόρων είναι μια από τις πιο σοβαρές πηγές έντασης μεταξύ Ισραήλ αφ’ ενός, Παλαιστινίων και Συρίας αφετέρου. Στη δεκαετία του ’80, η διαχείριση των υδάτων του Ευφράτη αποτελούσε μόνιμη πηγή έντασης μεταξύ Τουρκίας, Συρίας και Ιράκ. Σε ομιλία του ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου (μετέπειτα επικεφαλής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών) Μπούτρος Γκάλι είχε δηλώσει: "Η εθνική ασφάλεια της Αιγύπτου βρίσκεται στα χέρια των άλλων οκτώ αφρικανικών χωρών στη λεκάνη του Νείλου", ενώ ο βασιλιάς Χουσεϊν της Ιορδανίας είχε τονίσει το 1990 ότι "το νερό είναι το μόνο ζήτημα που θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε πόλεμο με το Ισραήλ".
Η κρίση των νερών μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Λιβάνου και Συρίας για τις συμφωνίες Orontus και Nahr el Kabir, και η συμφωνία μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ σχετικά με το σχέδιο νερού Hasbani και την πηγή Wazzani (στην οποία ενεπλάκησαν τα ΗΕ, οι ΗΠΑ και οι ΕΕ) αποδεικνύουν τη σημασία που έχει η διαχείριση των νερών ως καταλύτης για συνεργασία αντί για αιτία συγκρούσεων.
Ανισότητες στο εσωτερικό
Το ζήτημα δεν τίθεται μόνο μεταξύ χωρών, αλλά και μεταξύ περιοχών της ίδιας χώρας. Η γεωγραφική ανισοκατανομή δημιουργεί διχόνοιες μεταξύ αγροτικών περιοχών αλλά και πόλεων-υπαίθρου. Η συγκέντρωση του πληθυσμού στις μεγαλουπόλεις, δημιούργησε την ανάγκη για περισσότερο νερό, εξαντλώντας ταυτόχρονα τα αποθέματα των κοντινών περιοχών και μολύνοντας συχνά τα εναπομείναντα ύδατα. Η Αττική δεσμεύει, για παράδειγμα, υδατικούς πόρους μιας πολύ μεγάλης περιοχής (Μαραθώνας, Υλίκη, Μόρνος, Εύηνος). Η προσπάθεια εκτροπής του Αχελώου, ενάντια στη λογική και παρά τις αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας, είναι χαρακτηριστική: θα μεταφέρουμε νερό από τη Δυτική Ελλάδα που το 'χει …μπόλικο, στην αγροτική Θεσσαλία που το 'χει «ανάγκη»! Αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις που θα ‘χει στην οικονομική ανάπτυξη, στους ανθρώπους, στα πολιτιστικά μνημεία, στη φύση.
Αντίστοιχη απόπειρα στην Ισπανία είχε, όμως, «αίσια έκβαση». Στο πλαίσιο του Εθνικού Υδρολογικού Σχεδίου προβλεπόταν η μεταφορά νερού από τον ποταμό Ebro (περιοχή Σαραγόσα, κεντροδυτική Ισπανία) προς τις αγροτικές και τουριστικές περιοχές της νοτιοδυτικής Ισπανίας. Σύμφωνα με πάνω από 100 πανεπιστημιακούς, οι οποίοι αντιτίθεντο στο έργο, η εξοικονόμηση νερού μέσω της εφαρμογής νέων αρδευτικών τεχνικών, η αλλαγή του τύπου καλλιεργειών και η εξοικονόμηση στην τουριστική βιομηχανία και στις πόλεις μπορούσε να εξασφαλίσει την ίδια ποσότητα νερού, στο ένα τρίτο του κόστους. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους της Σαραγόσα, της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης και διαμαρτυρήθηκαν εναντίον του σχεδίου. Τον Αύγουστο του 2001 ξεκίνησε από τη Σαραγόσα πορεία 5.000 πολιτών που έφτασαν με τα πόδια μέχρι τις Βρυξέλλες για να διαμαρτυρηθούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόθεσή της να χρηματοδοτήσει το έργο. Το έργο εγκαταλείφθηκε και τώρα δίνεται έμφαση στην εξοικονόμηση νερού και σε μια νέα κουλτούρα για το νερό.
Έχει γραφτεί πολλάκις ότι το νερό είναι «το πετρέλαιο του 21ου αιώνα», και ότι (θα δούμε να) διεξάγονται πόλεμοι για τη διαχείριση τους. Εάν δεν γίνει κατανοητή και κυρίως αποδεκτή η λογική ότι πρόκειται για ένα ζωτικό στοιχείο της ζωής για όλους, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει λελογισμένη και νηφάλια διαχείριση του, πέρα από πολιτικά ή εθνικά συμφέροντα.
Το νερό, ως αγαθό άνισα κατανεμημένο και σε ανεπάρκεια, αποτελεί συχνά «μήλον της έριδος» μεταξύ των διαφόρων χρηστών - καταναλωτών του. Μία από τις εστίες τριβής μεταξύ κρατών είναι συχνά η διαχείριση των «κοινών» υδάτων τους (αν μπορούμε να μιλήσουμε για καθεστώς ιδιοκτησίας ενός τόσο απαραίτητου φυσικού πόρου). Η Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών “Νερό για τη Ζωή, Νερό για τους Ανθρώπους” (2003), εντοπίζει 263 διεθνείς διασυνοριακές λεκάνες απορροής, οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν αιτία συγκρούσεων για το νερό. Οι περιοχές αυτές καλύπτουν το 45 % της επιφάνειας της ξηράς στον πλανήτη και επηρεάζουν το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού και 145 κράτη.
Κάποιοι θεωρούν πως το νερό, καθώς αποτελεί αγαθό προς κατανάλωση, μπορεί να υπαχθεί στους «νόμους της («ελεύθερης») αγοράς», αφήνοντας την παροχή και τη ζήτηση να ρυθμίζουν τη τιμή του. Το νερό, όμως, δεν είναι απλώς ένα ακόμα προϊόν προς κατανάλωση: είναι απαραίτητο σε κάθε ζώντα οργανισμό του πλανήτη. Το Νοέμβριο 2003 η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα αναγνώρισε ως θεμελιώδες δικαίωμα όλων των ανθρώπων την πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες πόσιμου νερού για προσωπική και οικιακή χρήση. Πώς είναι δυνατόν η διαχείριση του να εξαρτάται από μονοδιάστατες συμφωνίες ή από την τιμή που θα πιάσει στο χρηματιστήριο η μετοχή μιας εταιρείας που διαχειρίζεται την παροχή του; Και πώς θα εξασφαλιστεί η δίκαιη παροχή καθαρού νερού σε όλους και όλες, άσχετα με την κοινωνική ή την οικονομική τους θέση;
Διαμάχες μεταξύ κρατών
Το νερό δεν είναι ίσα κατανεμημένο στο χώρο και το χρόνο σε ολόκληρο τον πλανήτη, ούτε φυσικά από χώρα σε χώρα, ή από περιοχή σε περιοχή. Κάποια γεωγραφικά τμήματα του πλανήτη είναι πιο πλούσια σε γαλάζιο χρυσό, σε σχέση με άλλα. Η ύπαρξη κρατών, διαφορετικών και συχνά συγκρουόμενων συμφερόντων, το καθιστά αντικείμενο πολιτικής πίεσης. Πολλά από τα ποτάμια της Μεσογείου είναι διασυνοριακά. Η συνεργασία μεταξύ των κρατών στη διαχείριση του νερού είναι μεν απαραίτητη, αλλά όχι πάντα αρμονική. Τα υψώματα του Γκολάν, που κατέχει το Ισραήλ μετά τον πόλεμο του 1967 από τη Συρία, αποτελούν μέρος της λεκάνης απορροής της λίμνης Γαλιλαίας (Κινερέτ), της μεγαλύτερης επιφανειακής πηγής νερού του Ισραήλ που τροφοδοτεί με υδάτινους πόρους τον Εθνικό Δίκτυο Διανομής Νερού. Το 20-40% των αποθεμάτων νερού του Ισραήλ προέρχονται από την περιοχή των λόφων της Δυτικής Όχθης. Ο Νείλος, ο δεύτερος μεγαλύτερος ποταμός στον πλανήτη, διασχίζει 10 χώρες, ενώ 5 χώρες, η Ιορδανία, το Ισραήλ, η Παλαιστίνη, η Συρία και ο Λίβανος μοιράζονται τον σχετικά μικρό Ιορδάνη ποταμό. Η Ισπανία, η Ιταλία αλλά και η Ελλάδα μοιράζονται και αυτές τους μεγάλους ποταμούς τους με άλλες χώρες. Στη Μέση Ανατολή, η διαχείριση των υδατικών πόρων είναι μια από τις πιο σοβαρές πηγές έντασης μεταξύ Ισραήλ αφ’ ενός, Παλαιστινίων και Συρίας αφετέρου. Στη δεκαετία του ’80, η διαχείριση των υδάτων του Ευφράτη αποτελούσε μόνιμη πηγή έντασης μεταξύ Τουρκίας, Συρίας και Ιράκ. Σε ομιλία του ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου (μετέπειτα επικεφαλής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών) Μπούτρος Γκάλι είχε δηλώσει: "Η εθνική ασφάλεια της Αιγύπτου βρίσκεται στα χέρια των άλλων οκτώ αφρικανικών χωρών στη λεκάνη του Νείλου", ενώ ο βασιλιάς Χουσεϊν της Ιορδανίας είχε τονίσει το 1990 ότι "το νερό είναι το μόνο ζήτημα που θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε πόλεμο με το Ισραήλ".
Η κρίση των νερών μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Λιβάνου και Συρίας για τις συμφωνίες Orontus και Nahr el Kabir, και η συμφωνία μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ σχετικά με το σχέδιο νερού Hasbani και την πηγή Wazzani (στην οποία ενεπλάκησαν τα ΗΕ, οι ΗΠΑ και οι ΕΕ) αποδεικνύουν τη σημασία που έχει η διαχείριση των νερών ως καταλύτης για συνεργασία αντί για αιτία συγκρούσεων.
Ανισότητες στο εσωτερικό
Το ζήτημα δεν τίθεται μόνο μεταξύ χωρών, αλλά και μεταξύ περιοχών της ίδιας χώρας. Η γεωγραφική ανισοκατανομή δημιουργεί διχόνοιες μεταξύ αγροτικών περιοχών αλλά και πόλεων-υπαίθρου. Η συγκέντρωση του πληθυσμού στις μεγαλουπόλεις, δημιούργησε την ανάγκη για περισσότερο νερό, εξαντλώντας ταυτόχρονα τα αποθέματα των κοντινών περιοχών και μολύνοντας συχνά τα εναπομείναντα ύδατα. Η Αττική δεσμεύει, για παράδειγμα, υδατικούς πόρους μιας πολύ μεγάλης περιοχής (Μαραθώνας, Υλίκη, Μόρνος, Εύηνος). Η προσπάθεια εκτροπής του Αχελώου, ενάντια στη λογική και παρά τις αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας, είναι χαρακτηριστική: θα μεταφέρουμε νερό από τη Δυτική Ελλάδα που το 'χει …μπόλικο, στην αγροτική Θεσσαλία που το 'χει «ανάγκη»! Αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις που θα ‘χει στην οικονομική ανάπτυξη, στους ανθρώπους, στα πολιτιστικά μνημεία, στη φύση.
Αντίστοιχη απόπειρα στην Ισπανία είχε, όμως, «αίσια έκβαση». Στο πλαίσιο του Εθνικού Υδρολογικού Σχεδίου προβλεπόταν η μεταφορά νερού από τον ποταμό Ebro (περιοχή Σαραγόσα, κεντροδυτική Ισπανία) προς τις αγροτικές και τουριστικές περιοχές της νοτιοδυτικής Ισπανίας. Σύμφωνα με πάνω από 100 πανεπιστημιακούς, οι οποίοι αντιτίθεντο στο έργο, η εξοικονόμηση νερού μέσω της εφαρμογής νέων αρδευτικών τεχνικών, η αλλαγή του τύπου καλλιεργειών και η εξοικονόμηση στην τουριστική βιομηχανία και στις πόλεις μπορούσε να εξασφαλίσει την ίδια ποσότητα νερού, στο ένα τρίτο του κόστους. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους της Σαραγόσα, της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης και διαμαρτυρήθηκαν εναντίον του σχεδίου. Τον Αύγουστο του 2001 ξεκίνησε από τη Σαραγόσα πορεία 5.000 πολιτών που έφτασαν με τα πόδια μέχρι τις Βρυξέλλες για να διαμαρτυρηθούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόθεσή της να χρηματοδοτήσει το έργο. Το έργο εγκαταλείφθηκε και τώρα δίνεται έμφαση στην εξοικονόμηση νερού και σε μια νέα κουλτούρα για το νερό.
Έχει γραφτεί πολλάκις ότι το νερό είναι «το πετρέλαιο του 21ου αιώνα», και ότι (θα δούμε να) διεξάγονται πόλεμοι για τη διαχείριση τους. Εάν δεν γίνει κατανοητή και κυρίως αποδεκτή η λογική ότι πρόκειται για ένα ζωτικό στοιχείο της ζωής για όλους, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει λελογισμένη και νηφάλια διαχείριση του, πέρα από πολιτικά ή εθνικά συμφέροντα.
Παγκόσμια προβλήματα νερού
Το νερό αποτελεί «πηγή ζωής για τον πλανήτη και τους κατοίκους του», το νερό είναι «το υλικό της ζωής». Χωρίς αυτό δεν υπάρχει πλανήτης, δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει άνθρωπος. Εντούτοις, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο δεν έχουν πρόσβαση στη «ζωή» και παλεύουν για να επιβιώσουν (χωρίς να τα καταφέρνουν πάντα).Το νερό είναι ταυτόχρονα «αγαθό σε ανεπάρκεια», έχει «πρόβλημα».
Το πρόβλημα βέβαια το έχουμε εμείς, που το δημιουργούμε με τις επιλογές μας, τις παρεμβάσεις μας, τον τρόπο που έχουμε μάθει να «δρούμε» μέσα στη φύση. Τα προβλήματα πολλά, διαφορετικά αλλά και πάρα πολύ όμοια. Η αποψίλωση, για παράδειγμα, των τροπικών δασών στην Αφρική για να μετατραπούν σε εκτάσεις εντατικής γεωργίας, και η καταστροφή των (ελάχιστων πλέον) δασικών εκτάσεων της Αττικής για να μετονομαστούν σε οικοδομήσιμα οικόπεδα, έχουν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα: την ερημοποίηση, τον ελλιπή εμπλουτισμό των υπόγειων υδάτων, την αλλαγή του μικροκλίματος της περιοχής με την εμφάνιση λιγότερων, αλλά καταρρακτωδών βροχών, τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που ευνοούν τις πλημμύρες.
Το νερό είναι πεπερασμένος φυσικός πόρος και άνισα κατανεμημένος στη φύση. Τον περασμένο αιώνα, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων, κυρίως στο δυτικό κόσμο, βασίστηκε στη βιομηχανική ανάπτυξη, που οδήγησε στην αύξηση της ζήτησης καθαρού, πόσιμου νερού, ενώ ταυτόχρονα «δημιούργησε» περισσότερες εστίες ρύπανσης των πηγών. Παράλληλα, η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε συγκεκριμένες περιοχές, άσχετα με τη φυσική ικανότητα τους να σηκώσουν το «βάρος», οδήγησε στην εξάντληση των δικών τους φυσικών πόρων και στην ανάγκη μεταφοράς καθαρού νερού από άλλες, μακρινές περιοχές, με έναν τρόπο στην επέκταση του προβλήματος. Όλη αυτή η δραστηριότητα, οι αλλαγές στις χρήσεις γης, τα νέα πρότυπα και οι νέες συνήθειες, είχαν μια σειρά από επιπτώσεις σε αυτόν τον πεπερασμένο πόρο, καθιστώντας τον ακόμα πιο σπάνιο, ένα ακόμα «είδος υπό εξαφάνιση».
Ανταγωνιστικές χρήσεις και σπατάλη
Αυξήθηκε ο πληθυσμός, αυξήθηκαν οι ανάγκες, αυξήθηκαν οι χρήσεις, και φυσικά η ζήτηση. Στους τρεις παραδοσιακούς τομείς κατανάλωσης νερού, τη γεωργία, τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία/βιοτεχνία, προστέθηκαν οι τουριστικές δραστηριότητες (δραστηριότητες αναψυχής, αθλητικές, κ.ά.). Οι διαφορετικοί χρήστες ανταγωνίζονται ποιος θα λάβει τις μεγαλύτερες ποσότητες νερού για να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες του, αδιαφορώντας για το κατά πόσο εφικτό είναι αυτό. Ιδιαίτερα η γεωργία, που σήμερα αντιπροσωπεύει το 75% της κατανάλωσης παγκοσμίως από τη μια, και οι ανάγκες ύδρευσης των πόλεων και των τουριστικών/αθλητικών εγκαταστάσεων από την άλλη, βρίσκονται σε έντονη διαμάχη. Το νερό έφτασε να θεωρείται ένα ακόμα καταναλωτικό αγαθό, και οι χρήστες του θεωρούνται καταναλωτές: αγοράζουν κάτι, κι ας τους ανήκει.
Παράλληλα, παρατηρείται μια κατασπατάληση του λίγου αυτού νερού. Ενδεικτικά είναι τα νούμερα: οι απώλειες λόγω διαρροών, παράνομων συνδέσεων και σπατάλης αντιπροσωπεύει το 50% της κατανάλωσης καθαρού νερού, ενώ το 60% του [Ε1] νερού που καταναλώνει η γεωργία χάνεται λόγω της εξάτμισης πριν φτάσει στο έδαφος.
Ταυτόχρονα, σε τοπικό επίπεδο, η εποχικότητα της ζήτησης, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, οπότε και πολλαπλασιάζεται ο «πληθυσμός» και αυξάνεται η κατανάλωση νερού, απαιτεί τη δημιουργία υποδομών που θα καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες για δυο ή τρεις μήνες του έτους, δημιουργώντας έντονες πιέσεις στο φυσικό περιβάλλον και τους υδατικούς πόρους της περιοχής συνολικά.
Νερό κι αλάτι
Η ικανοποίηση της αλόγιστα αυξανόμενης ζήτησης ενός πεπερασμένου αγαθού, προϋποθέτει υπερεκμετάλλευση των αποθεμάτων, επιφανειακών και υπόγειων. Στις παράκτιες περιοχές αυτό συνεπάγεται την εισβολή του αλμυρού νερού στον υδροφόρο ορίζονται και την υποβάθμιση του. Το διαθέσιμο από τη φύση νερό δεν είναι πλέον καταναλώσιμο, και καταφεύγουμε ακόμα και στην αφαλάτωση νερού που προέρχεται από υπόγειους υδροφορείς.
Μεγάλα κατασκευαστικά έργα
Για τον ίδιο λόγο, κατασκευάστηκαν και πάνω από 50.000 μεγάλης κλίμακας φράγματα παγκοσμίως, διακόπτοντας την ομαλή ροή ενός μεγάλου αριθμού σημαντικών ποταμών και μεταβάλλοντας τη φυσική ροή τους, επιφέροντας μη αντιστρέψιμες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και τις γεωδυναμικές ποτάμιες διαδικασίες. Σήμερα πλέον, τα φράγματα θεωρούνται από σημαντικό τμήμα της επιστημονικής κοινότητας ως καταστροφικά.
Ρύπανση
Το νερό καταναλώνεται με διάφορους τρόπους, κι ύστερα μεγάλο ποσοστό του χρησιμοποιημένου νερού επιστρέφει στη φύση, σημαντικά επιβαρημένο με βιομηχανικά ή γεωργικά απόβλητα (λιπάσματα, φυτοφάρμακα κ.λπ.), αστικά λύματα, απορρίμματα κάθε υλικού, στραγγίσματα από τις παράνομες (ή και νόμιμες) χωματερές. Το 90% των αποχετευτικών και το 70% των [Ε2] βιομηχανικών λυμάτων καταλήγουν στο περιβάλλον χωρίς επεξεργασία.
Παγκόσμια Κλιματική Αλλαγή
Μια από τις κύριες συνέπειες της αλλαγής του κλίματος στον πλανήτη είναι η σημαντική μείωση των βροχοπτώσεων και η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας, γεγονότα που θα προκαλέσουν τη μείωση των διαθέσιμων υδατικών πόρων. Η αύξηση εξάτμισης και συμπύκνωσης του νερού θα φτάσει το 7-15%, ενώ αναμένεται μείωση των βροχοπτώσεων στην περιοχή της Μεσογείου έως και 15%.
Από τον πλανήτη στη Μεσόγειο και στην Ελλάδα
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε όλο τον πλανήτη. Οι συνέπειες και στη γειτονιά μας θα είναι μεγάλες: η μεσογειακή λεκάνη εμφανίζεται ως η πλέον ευάλωτη στην υπερθέρμανση του πλανήτη και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις το 38% του πληθυσμού της θα ζει σε ζώνες όπου θα παρατηρούνται ελλείψεις σε νερό. Η Ισπανία αντιμετωπίζει τη χειρότερη ξηρασία των τελευταίων δεκαετιών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η Αθήνα βρέθηκε αντιμέτωπη με το φάσμα της δίψας, εξαιτίας ανάλογης ξηρασίας και κακής διαχείρισης των υδατικών πόρων. Στη Μεσόγειο έχει χαθεί το 50% (σε ορισμένες περιοχές και το 90%) των υγροτόπων της. Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 2004, πέθαναν 30.000 πουλιά και πολλές χιλιάδες ψάρια στη λίμνη Κορώνεια, εξαιτίας της ρύπανσης και της ασυνήθιστα χαμηλής στάθμης του νερού. Χρόνιο είναι το πρόβλημα της λειψυδρίας στις Κυκλάδες και σε ορισμένα νησιά της Δωδεκανήσου κατά τους θερινούς μήνες και συνεχώς επιδεινώνεται: 20 τουλάχιστον νησιά αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα.
Η κρίση στα μοντέλα διαχείρισης των υδατικών πόρων
Πλέον σήμερα είναι κοινά αποδεκτό ότι το μοντέλο διαχείρισης των υδατικών πόρων που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα δεν είναι αποτελεσματικό, αλλά μάλλον προβλήματα δημιουργεί. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι να καλυφθεί η ζήτηση και να αυξηθεί η παροχή, αλλά να γίνει διαχείριση και μείωση της ζήτησης. Οι νέες προσεγγίσεις κάνουν λόγο για ορθολογική διαχείριση ενός πεπερασμένου κοινωνικού αγαθού, συμμετοχική διαβούλευση, μείωση της κατανάλωσης, προστασία από τη ρύπανση και επαναχρησιμοποίηση. Δυστυχώς, η πράξη απέχει από τη θεωρία. Φτάνει να δούμε σε ποιο βαθμό και πώς θα εφαρμοστεί.
* Bouguerra M.L., L’eau sous la menace des pollutions et des marches, In: Une economie au service de l’homme, pp 249-279
[ Πίσω
Το νερό αποτελεί «πηγή ζωής για τον πλανήτη και τους κατοίκους του», το νερό είναι «το υλικό της ζωής». Χωρίς αυτό δεν υπάρχει πλανήτης, δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει άνθρωπος. Εντούτοις, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο δεν έχουν πρόσβαση στη «ζωή» και παλεύουν για να επιβιώσουν (χωρίς να τα καταφέρνουν πάντα).Το νερό είναι ταυτόχρονα «αγαθό σε ανεπάρκεια», έχει «πρόβλημα».
Το πρόβλημα βέβαια το έχουμε εμείς, που το δημιουργούμε με τις επιλογές μας, τις παρεμβάσεις μας, τον τρόπο που έχουμε μάθει να «δρούμε» μέσα στη φύση. Τα προβλήματα πολλά, διαφορετικά αλλά και πάρα πολύ όμοια. Η αποψίλωση, για παράδειγμα, των τροπικών δασών στην Αφρική για να μετατραπούν σε εκτάσεις εντατικής γεωργίας, και η καταστροφή των (ελάχιστων πλέον) δασικών εκτάσεων της Αττικής για να μετονομαστούν σε οικοδομήσιμα οικόπεδα, έχουν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα: την ερημοποίηση, τον ελλιπή εμπλουτισμό των υπόγειων υδάτων, την αλλαγή του μικροκλίματος της περιοχής με την εμφάνιση λιγότερων, αλλά καταρρακτωδών βροχών, τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που ευνοούν τις πλημμύρες.
Το νερό είναι πεπερασμένος φυσικός πόρος και άνισα κατανεμημένος στη φύση. Τον περασμένο αιώνα, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων, κυρίως στο δυτικό κόσμο, βασίστηκε στη βιομηχανική ανάπτυξη, που οδήγησε στην αύξηση της ζήτησης καθαρού, πόσιμου νερού, ενώ ταυτόχρονα «δημιούργησε» περισσότερες εστίες ρύπανσης των πηγών. Παράλληλα, η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε συγκεκριμένες περιοχές, άσχετα με τη φυσική ικανότητα τους να σηκώσουν το «βάρος», οδήγησε στην εξάντληση των δικών τους φυσικών πόρων και στην ανάγκη μεταφοράς καθαρού νερού από άλλες, μακρινές περιοχές, με έναν τρόπο στην επέκταση του προβλήματος. Όλη αυτή η δραστηριότητα, οι αλλαγές στις χρήσεις γης, τα νέα πρότυπα και οι νέες συνήθειες, είχαν μια σειρά από επιπτώσεις σε αυτόν τον πεπερασμένο πόρο, καθιστώντας τον ακόμα πιο σπάνιο, ένα ακόμα «είδος υπό εξαφάνιση».
Ανταγωνιστικές χρήσεις και σπατάλη
Αυξήθηκε ο πληθυσμός, αυξήθηκαν οι ανάγκες, αυξήθηκαν οι χρήσεις, και φυσικά η ζήτηση. Στους τρεις παραδοσιακούς τομείς κατανάλωσης νερού, τη γεωργία, τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία/βιοτεχνία, προστέθηκαν οι τουριστικές δραστηριότητες (δραστηριότητες αναψυχής, αθλητικές, κ.ά.). Οι διαφορετικοί χρήστες ανταγωνίζονται ποιος θα λάβει τις μεγαλύτερες ποσότητες νερού για να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες του, αδιαφορώντας για το κατά πόσο εφικτό είναι αυτό. Ιδιαίτερα η γεωργία, που σήμερα αντιπροσωπεύει το 75% της κατανάλωσης παγκοσμίως από τη μια, και οι ανάγκες ύδρευσης των πόλεων και των τουριστικών/αθλητικών εγκαταστάσεων από την άλλη, βρίσκονται σε έντονη διαμάχη. Το νερό έφτασε να θεωρείται ένα ακόμα καταναλωτικό αγαθό, και οι χρήστες του θεωρούνται καταναλωτές: αγοράζουν κάτι, κι ας τους ανήκει.
Παράλληλα, παρατηρείται μια κατασπατάληση του λίγου αυτού νερού. Ενδεικτικά είναι τα νούμερα: οι απώλειες λόγω διαρροών, παράνομων συνδέσεων και σπατάλης αντιπροσωπεύει το 50% της κατανάλωσης καθαρού νερού, ενώ το 60% του [Ε1] νερού που καταναλώνει η γεωργία χάνεται λόγω της εξάτμισης πριν φτάσει στο έδαφος.
Ταυτόχρονα, σε τοπικό επίπεδο, η εποχικότητα της ζήτησης, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, οπότε και πολλαπλασιάζεται ο «πληθυσμός» και αυξάνεται η κατανάλωση νερού, απαιτεί τη δημιουργία υποδομών που θα καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες για δυο ή τρεις μήνες του έτους, δημιουργώντας έντονες πιέσεις στο φυσικό περιβάλλον και τους υδατικούς πόρους της περιοχής συνολικά.
Νερό κι αλάτι
Η ικανοποίηση της αλόγιστα αυξανόμενης ζήτησης ενός πεπερασμένου αγαθού, προϋποθέτει υπερεκμετάλλευση των αποθεμάτων, επιφανειακών και υπόγειων. Στις παράκτιες περιοχές αυτό συνεπάγεται την εισβολή του αλμυρού νερού στον υδροφόρο ορίζονται και την υποβάθμιση του. Το διαθέσιμο από τη φύση νερό δεν είναι πλέον καταναλώσιμο, και καταφεύγουμε ακόμα και στην αφαλάτωση νερού που προέρχεται από υπόγειους υδροφορείς.
Μεγάλα κατασκευαστικά έργα
Για τον ίδιο λόγο, κατασκευάστηκαν και πάνω από 50.000 μεγάλης κλίμακας φράγματα παγκοσμίως, διακόπτοντας την ομαλή ροή ενός μεγάλου αριθμού σημαντικών ποταμών και μεταβάλλοντας τη φυσική ροή τους, επιφέροντας μη αντιστρέψιμες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και τις γεωδυναμικές ποτάμιες διαδικασίες. Σήμερα πλέον, τα φράγματα θεωρούνται από σημαντικό τμήμα της επιστημονικής κοινότητας ως καταστροφικά.
Ρύπανση
Το νερό καταναλώνεται με διάφορους τρόπους, κι ύστερα μεγάλο ποσοστό του χρησιμοποιημένου νερού επιστρέφει στη φύση, σημαντικά επιβαρημένο με βιομηχανικά ή γεωργικά απόβλητα (λιπάσματα, φυτοφάρμακα κ.λπ.), αστικά λύματα, απορρίμματα κάθε υλικού, στραγγίσματα από τις παράνομες (ή και νόμιμες) χωματερές. Το 90% των αποχετευτικών και το 70% των [Ε2] βιομηχανικών λυμάτων καταλήγουν στο περιβάλλον χωρίς επεξεργασία.
Παγκόσμια Κλιματική Αλλαγή
Μια από τις κύριες συνέπειες της αλλαγής του κλίματος στον πλανήτη είναι η σημαντική μείωση των βροχοπτώσεων και η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας, γεγονότα που θα προκαλέσουν τη μείωση των διαθέσιμων υδατικών πόρων. Η αύξηση εξάτμισης και συμπύκνωσης του νερού θα φτάσει το 7-15%, ενώ αναμένεται μείωση των βροχοπτώσεων στην περιοχή της Μεσογείου έως και 15%.
Από τον πλανήτη στη Μεσόγειο και στην Ελλάδα
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε όλο τον πλανήτη. Οι συνέπειες και στη γειτονιά μας θα είναι μεγάλες: η μεσογειακή λεκάνη εμφανίζεται ως η πλέον ευάλωτη στην υπερθέρμανση του πλανήτη και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις το 38% του πληθυσμού της θα ζει σε ζώνες όπου θα παρατηρούνται ελλείψεις σε νερό. Η Ισπανία αντιμετωπίζει τη χειρότερη ξηρασία των τελευταίων δεκαετιών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η Αθήνα βρέθηκε αντιμέτωπη με το φάσμα της δίψας, εξαιτίας ανάλογης ξηρασίας και κακής διαχείρισης των υδατικών πόρων. Στη Μεσόγειο έχει χαθεί το 50% (σε ορισμένες περιοχές και το 90%) των υγροτόπων της. Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 2004, πέθαναν 30.000 πουλιά και πολλές χιλιάδες ψάρια στη λίμνη Κορώνεια, εξαιτίας της ρύπανσης και της ασυνήθιστα χαμηλής στάθμης του νερού. Χρόνιο είναι το πρόβλημα της λειψυδρίας στις Κυκλάδες και σε ορισμένα νησιά της Δωδεκανήσου κατά τους θερινούς μήνες και συνεχώς επιδεινώνεται: 20 τουλάχιστον νησιά αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα.
Η κρίση στα μοντέλα διαχείρισης των υδατικών πόρων
Πλέον σήμερα είναι κοινά αποδεκτό ότι το μοντέλο διαχείρισης των υδατικών πόρων που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα δεν είναι αποτελεσματικό, αλλά μάλλον προβλήματα δημιουργεί. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι να καλυφθεί η ζήτηση και να αυξηθεί η παροχή, αλλά να γίνει διαχείριση και μείωση της ζήτησης. Οι νέες προσεγγίσεις κάνουν λόγο για ορθολογική διαχείριση ενός πεπερασμένου κοινωνικού αγαθού, συμμετοχική διαβούλευση, μείωση της κατανάλωσης, προστασία από τη ρύπανση και επαναχρησιμοποίηση. Δυστυχώς, η πράξη απέχει από τη θεωρία. Φτάνει να δούμε σε ποιο βαθμό και πώς θα εφαρμοστεί.
* Bouguerra M.L., L’eau sous la menace des pollutions et des marches, In: Une economie au service de l’homme, pp 249-279
[ Πίσω
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009
Λειψυδρία: 'Αμεσα και μακροχρόνια Μέτρα αντιμετώπισής της.
Η Ελλάδα είναι μια μάλλον πλούσια σε νερό μεσογειακή χώρα, αφού η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι μεγαλύτερη από αυτή της Ισπανίας ή της Κύπρου. Παρόλα αυτά, η άνιση κατανομή των υδατικών πόρων, η άνιση κατανομή των βροχοπτώσεων σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση του πληθυσμού στα ξηρότερα μέρη της χώρας, προκαλούν τελικά προβλήματα διαθεσιμότητας και δυσκολία στη διαχείρισή τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις το πρόβλημα προκύπτει από τη κακοδιαχείριση των υδατικών πόρων και την κακή αξιολόγηση των αναγκών και τούτο αφορά σε όλους τους τομείς: άρδευση, ύδρευση, κτηνοτροφία, βιομηχανία και λοιπές χρήσεις.
Η διαχείριση των υδατικών πόρων μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο μέσα από ένα συνολικό πλαίσιο και επιλογές. Χωρίς αυτό το συνολικό πλαίσιο, με σχεδιασμό και πρόβλεψη, οδηγούμαστε σε μεγαλύτερα προβλήματα που εντείνονται από την κλιματική αλλαγή και από τη μείωση των βροχοπτώσεων στις μεσογειακές χώρες, όπως προκύπτει από τις επιστημονικές προβλέψεις.
Το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι ήδη έντονο στις παράκτιες περιοχές και τα νησιά του Αιγαίου. Τα αποθέματα νερού σήμερα ανέρχονται σε 542 εκατ. κυβικά μέτρα, τα οποία επαρκούν για 8 με 10 μήνες το πολύ για την ύδρευση της Αθήνας. Είναι η χειρότερη υδρολογική περίοδος της εξαετίας και η Αθήνα αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τα στρατηγικά της αποθέματα για να μη διψάσει.
Όσον αφορά στις χρήσεις του νερού στη χώρα μας η γεωργία καταναλίσκει το 87%, τα νοικοκυριά (αστική χρήση) και ο τουρισμός 10% και η βιομηχανία το 3%. Οι προσπάθειες όμως που μελετώνται για εξοικονόμηση νερού -και έχουμε δει μερικώς και στην πράξη - αφορά μόνο στο 10%. Είναι αναγκαίο να υπάρξουν πολιτικές που να εγγυώνται τη μεγαλύτερη σε αποτελεσματικότητα χρήση του νερού, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα που η κατανάλωσή του είναι υπερβολικά μεγάλη για την Ελλάδα.
Σε πολλές χώρες της Μεσογείου, τα αρδευτικά σχέδια απαιτούν επενδύσεις στα δίκτυα αλλά και στις εκμεταλλεύσεις προκειμένου να εξοικονομηθεί νερό. Καινοτόμες τεχνολογίες μπορούν να προμηθεύσουν τους αγρότες αλλά και τους διαχειριστές νερού με επιπλέον κλιματικά, εδαφικά και άλλα στοιχεία για την κάθε καλλιέργεια προκειμένου να μειώσουν τις απώλειες νερού. Με τις δεδομένες συνθήκες λειψυδρίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρξει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών. Η εφαρμογή αυτών των μέτρων απαιτεί την εκπαίδευση των αγροτών, ώστε να σταματήσει η αλόγιστη χρήση από γεωργούς (δηλ. η χρησιμοποίηση επιφανειακής άρδευσης και τεχνητής βροχής αντί της «στάγδην άρδευσης» που αποτελεί επιταγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης), η υπερβολική χρήση φυτοφαρμάκων.
Η Αργολίδα, η Δυτική Μεσσηνία, η Ηλεία, η λεκάνη του Μαραθώνα, ο Θεσσαλικός κάμπος, η λεκάνη της 'Αρτας αποτελούν μια ελάχιστη ενδεικτική αναφορά. Επιπλέον, τα έργα μεταφοράς μεγάλων όγκων νερού, όπως η εκτροπή ποταμών, δεν είναι στη σωστή κατεύθυνση καθώς δεν αποτελούν μακροπρόθεσμη λύση του προβλήματος.
Σύμφωνα με περιορισμένες σε τοπικό επίπεδο έρευνες του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών σε γεωργικές περιοχές ανά την Ελλάδα, οι συνολικές απώλειες νερού κατά την άρδευση κυμαίνονται ανάμεσα σε 13% με 18%. Οι μεγαλύτερες απώλειες νερού καταγράφονται κατά την υπεράρδευση και ανέρχονται σε ποσοστό 8%- 10% επί του συνόλου των ποσοτήτων που χρησιμοποιούνται για πότισμα. Επιπλέον, παρατηρούνται απώλειες της τάξεως του 3%- 5% κατά τη μεταφορά του νερού άρδευσης και 2%- 3% από το πότισμα τις μεσημεριανές ώρες.
Μία άλλη πρακτική που εντείνει το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι οι ανεξέλεγκτη ανόρυξη γεωτρήσεων. Ο συνολικός αριθμός των γεωτρήσεων σήμερα στη χώρα μας κυμαίνεται από 190.000 έως 270.000 νόμιμες ή παράνομες και είναι άγνωστες οι πραγματικές αντλούμενες ποσότητες νερού από αυτές. Σύστημα αδειοδότησης γεωτρήσεων ουσιαστικά δεν υπάρχει αφού δεν υπάρχουν διαχειριστικές μελέτες για τις περισσότερες λεκάνες απορροής. Οι γεωτρήσεις γίνονται στις περιοχές με τα εντονότερα προβλήματα: στη Θεσσαλία, στα νησιά του Αιγαίου αλλά και στην Αττική, οι οποίες στραγγίζουν τα υδατικά αποθέματα. Ως αποτέλεσμα έχουμε την υποβάθμιση της στάθμης των υπόγειων υδροφορέων από 10 έως και 30 μέτρα. Κυρίως όμως η διείσδυση βαρέων μετάλλων, νιτρικών και θαλασσινού νερού στους υπόγειους υδροφορείς καθιστούν τα υδατικά αποθέματα ακατάλληλα για ύδρευση και πολλές φορές και για άρδευση. Σε πολλές περιοχές (Αχαϊα - Αργολίδα) αντλείται σχεδόν τοξικό νερό από βάθη 250- 350μ.ετρων. Το φαινόμενο της υφαλμύρωσης στο Αργολικό πεδίο είναι έντονο, γνωστό σε όλους και μάλλον μη αναστρέψιμο.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους ειδικούς, λύσεις για την εξυγίανση των υπόγειων υδάτων υπάρχουν αλλά δεν έχουν εφαρμοστεί. Κυρίως συνίστανται στον τεχνητό εμπλουτισμό από μικρά φράγματα για κατακράτηση των όμβριων υδάτων που δίνουν τον απαραίτητο χρόνο να εισχωρήσουν στο έδαφος ή από πλημμυρικά νερά όταν υπάρχουν. Με τη μέθοδο του εμπλουτισμού οι υπόγειοι υδροφορείς αφενός μεν δημιουργούν στρατηγικά αποθέματα, αφετέρου εξυγιαίνονται δηλαδή σταδιακά απορρυπαίνονται είτε από νιτρικά, είτε από βαρέα μέταλλα, είτε από άλλες επικίνδυνες ουσίες.
Περίπου 45 εκατομμύρια ευρώ που δαπανήθηκαν από το 2004 ως σήμερα για μεταφορά νερού στα άνυδρα νησιά, θα έπρεπε να είχαν διατεθεί για τη δημιουργία νέων μονάδων αφαλάτωσης δεδομένου ότι με τις νέες τεχνολογίες το λειτουργικό κόστος αυτών των μονάδων έχει μειωθεί σημαντικά. Το πρώτο πλωτό «πράσινο» εργοστάσιο αφαλάτωσης στον κόσμο κατασκευάστηκε στη χώρα μας και λειτουργεί με ανεμογεννήτρια (επίσης την πρώτη πλωτή στον κόσμο) χωρίς την ανάγκη καυσίμων και κάλλιστα μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει τη λύση για τα άνυδρα νησιά της Ελλάδας.
Ενώ έχει αποδειχθεί παγκοσμίως η αποτελεσματικότητα της ανακύκλωσης του νερού, στη χώρα μας δεν δημιουργούνται τα απαιτούμενα έργα υποδομής για την εκμετάλλευση των εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού που προκύπτουν από τους βιολογικούς καθαρισμούς. Περισσότερα από ένα εκατομμύριο κυβικά μέτρα νερού - που προέρχεται από τις μονάδες βιολογικών καθαρισμών, που λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα - καταλήγουν καθημερινά στη θάλασσα, ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν για το πότισμα χιλιάδων στρεμμάτων καλλιεργειών και αστικού και περιαστικού πρασίνου (π.χ. άρδευση του Ποικίλου όρους από την Ψυτάλλεια).
Δεν δίνονται κίνητρα για την κατασκευή δεξαμενών συλλογής όμβριων υδάτων για οικιακή κατανάλωση, που θα εξοικονομούσε το νερό που διαφεύγει στη θάλασσα. Για τα νοικοκυριά είναι πολύ εύκολο να κάνουν οικονομία, δεδομένου ότι υπάρχουν λύσεις (βρύσες και καζανάκια πεπιεσμένου αέρα) που με τη χρήση τους εξοικονομείται περίπου το 50% του νερού. Η κατασκευή πισίνας στην Αττική, στις τουριστικές περιοχές αλλά και στην Περιφέρεια γενικότερα είναι μια νέα τάση των τελευταίων ετών, για την οποία απαιτείται η λήψη μέτρων τόσο τιμολογιακού όσο και διοικητικού και συμβουλευτικού χαρακτήρα που θα στόχευε στην εξοικονόμηση, τουλάχιστον, του πόσιμου νερού. (Πολιτική αυξητικής τιμολόγησης, για παράδειγμα η χρέωση της υπέρβασης μετά τη μέγιστη κατανάλωση, 30 τόνων το μήνα για τέσσερα άτομα, να είναι πολλαπλάσια).
Για τον αγροτικό τομέα πρέπει να δημιουργηθούν μικρά φράγματα ώστε να συγκρατούν το νερό του χειμώνα για την άρδευση το καλοκαίρι.
Στις πόλεις οι δήμοι οφείλουν να φροντίσουν τις απώλειες του δικτύου με επαρκή κρατική χρηματοδότηση, και βέβαια η άρδευση των πάρκων και η λειτουργία των συντριβανιών δεν πρέπει να γίνονται με πόσιμο νερό.
Η Ελλάδα είναι μια μάλλον πλούσια σε νερό μεσογειακή χώρα, αφού η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι μεγαλύτερη από αυτή της Ισπανίας ή της Κύπρου. Παρόλα αυτά, η άνιση κατανομή των υδατικών πόρων, η άνιση κατανομή των βροχοπτώσεων σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση του πληθυσμού στα ξηρότερα μέρη της χώρας, προκαλούν τελικά προβλήματα διαθεσιμότητας και δυσκολία στη διαχείρισή τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις το πρόβλημα προκύπτει από τη κακοδιαχείριση των υδατικών πόρων και την κακή αξιολόγηση των αναγκών και τούτο αφορά σε όλους τους τομείς: άρδευση, ύδρευση, κτηνοτροφία, βιομηχανία και λοιπές χρήσεις.
Η διαχείριση των υδατικών πόρων μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο μέσα από ένα συνολικό πλαίσιο και επιλογές. Χωρίς αυτό το συνολικό πλαίσιο, με σχεδιασμό και πρόβλεψη, οδηγούμαστε σε μεγαλύτερα προβλήματα που εντείνονται από την κλιματική αλλαγή και από τη μείωση των βροχοπτώσεων στις μεσογειακές χώρες, όπως προκύπτει από τις επιστημονικές προβλέψεις.
Το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι ήδη έντονο στις παράκτιες περιοχές και τα νησιά του Αιγαίου. Τα αποθέματα νερού σήμερα ανέρχονται σε 542 εκατ. κυβικά μέτρα, τα οποία επαρκούν για 8 με 10 μήνες το πολύ για την ύδρευση της Αθήνας. Είναι η χειρότερη υδρολογική περίοδος της εξαετίας και η Αθήνα αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τα στρατηγικά της αποθέματα για να μη διψάσει.
Όσον αφορά στις χρήσεις του νερού στη χώρα μας η γεωργία καταναλίσκει το 87%, τα νοικοκυριά (αστική χρήση) και ο τουρισμός 10% και η βιομηχανία το 3%. Οι προσπάθειες όμως που μελετώνται για εξοικονόμηση νερού -και έχουμε δει μερικώς και στην πράξη - αφορά μόνο στο 10%. Είναι αναγκαίο να υπάρξουν πολιτικές που να εγγυώνται τη μεγαλύτερη σε αποτελεσματικότητα χρήση του νερού, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα που η κατανάλωσή του είναι υπερβολικά μεγάλη για την Ελλάδα.
Σε πολλές χώρες της Μεσογείου, τα αρδευτικά σχέδια απαιτούν επενδύσεις στα δίκτυα αλλά και στις εκμεταλλεύσεις προκειμένου να εξοικονομηθεί νερό. Καινοτόμες τεχνολογίες μπορούν να προμηθεύσουν τους αγρότες αλλά και τους διαχειριστές νερού με επιπλέον κλιματικά, εδαφικά και άλλα στοιχεία για την κάθε καλλιέργεια προκειμένου να μειώσουν τις απώλειες νερού. Με τις δεδομένες συνθήκες λειψυδρίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρξει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών. Η εφαρμογή αυτών των μέτρων απαιτεί την εκπαίδευση των αγροτών, ώστε να σταματήσει η αλόγιστη χρήση από γεωργούς (δηλ. η χρησιμοποίηση επιφανειακής άρδευσης και τεχνητής βροχής αντί της «στάγδην άρδευσης» που αποτελεί επιταγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης), η υπερβολική χρήση φυτοφαρμάκων.
Η Αργολίδα, η Δυτική Μεσσηνία, η Ηλεία, η λεκάνη του Μαραθώνα, ο Θεσσαλικός κάμπος, η λεκάνη της 'Αρτας αποτελούν μια ελάχιστη ενδεικτική αναφορά. Επιπλέον, τα έργα μεταφοράς μεγάλων όγκων νερού, όπως η εκτροπή ποταμών, δεν είναι στη σωστή κατεύθυνση καθώς δεν αποτελούν μακροπρόθεσμη λύση του προβλήματος.
Σύμφωνα με περιορισμένες σε τοπικό επίπεδο έρευνες του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών σε γεωργικές περιοχές ανά την Ελλάδα, οι συνολικές απώλειες νερού κατά την άρδευση κυμαίνονται ανάμεσα σε 13% με 18%. Οι μεγαλύτερες απώλειες νερού καταγράφονται κατά την υπεράρδευση και ανέρχονται σε ποσοστό 8%- 10% επί του συνόλου των ποσοτήτων που χρησιμοποιούνται για πότισμα. Επιπλέον, παρατηρούνται απώλειες της τάξεως του 3%- 5% κατά τη μεταφορά του νερού άρδευσης και 2%- 3% από το πότισμα τις μεσημεριανές ώρες.
Μία άλλη πρακτική που εντείνει το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι οι ανεξέλεγκτη ανόρυξη γεωτρήσεων. Ο συνολικός αριθμός των γεωτρήσεων σήμερα στη χώρα μας κυμαίνεται από 190.000 έως 270.000 νόμιμες ή παράνομες και είναι άγνωστες οι πραγματικές αντλούμενες ποσότητες νερού από αυτές. Σύστημα αδειοδότησης γεωτρήσεων ουσιαστικά δεν υπάρχει αφού δεν υπάρχουν διαχειριστικές μελέτες για τις περισσότερες λεκάνες απορροής. Οι γεωτρήσεις γίνονται στις περιοχές με τα εντονότερα προβλήματα: στη Θεσσαλία, στα νησιά του Αιγαίου αλλά και στην Αττική, οι οποίες στραγγίζουν τα υδατικά αποθέματα. Ως αποτέλεσμα έχουμε την υποβάθμιση της στάθμης των υπόγειων υδροφορέων από 10 έως και 30 μέτρα. Κυρίως όμως η διείσδυση βαρέων μετάλλων, νιτρικών και θαλασσινού νερού στους υπόγειους υδροφορείς καθιστούν τα υδατικά αποθέματα ακατάλληλα για ύδρευση και πολλές φορές και για άρδευση. Σε πολλές περιοχές (Αχαϊα - Αργολίδα) αντλείται σχεδόν τοξικό νερό από βάθη 250- 350μ.ετρων. Το φαινόμενο της υφαλμύρωσης στο Αργολικό πεδίο είναι έντονο, γνωστό σε όλους και μάλλον μη αναστρέψιμο.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους ειδικούς, λύσεις για την εξυγίανση των υπόγειων υδάτων υπάρχουν αλλά δεν έχουν εφαρμοστεί. Κυρίως συνίστανται στον τεχνητό εμπλουτισμό από μικρά φράγματα για κατακράτηση των όμβριων υδάτων που δίνουν τον απαραίτητο χρόνο να εισχωρήσουν στο έδαφος ή από πλημμυρικά νερά όταν υπάρχουν. Με τη μέθοδο του εμπλουτισμού οι υπόγειοι υδροφορείς αφενός μεν δημιουργούν στρατηγικά αποθέματα, αφετέρου εξυγιαίνονται δηλαδή σταδιακά απορρυπαίνονται είτε από νιτρικά, είτε από βαρέα μέταλλα, είτε από άλλες επικίνδυνες ουσίες.
Περίπου 45 εκατομμύρια ευρώ που δαπανήθηκαν από το 2004 ως σήμερα για μεταφορά νερού στα άνυδρα νησιά, θα έπρεπε να είχαν διατεθεί για τη δημιουργία νέων μονάδων αφαλάτωσης δεδομένου ότι με τις νέες τεχνολογίες το λειτουργικό κόστος αυτών των μονάδων έχει μειωθεί σημαντικά. Το πρώτο πλωτό «πράσινο» εργοστάσιο αφαλάτωσης στον κόσμο κατασκευάστηκε στη χώρα μας και λειτουργεί με ανεμογεννήτρια (επίσης την πρώτη πλωτή στον κόσμο) χωρίς την ανάγκη καυσίμων και κάλλιστα μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει τη λύση για τα άνυδρα νησιά της Ελλάδας.
Ενώ έχει αποδειχθεί παγκοσμίως η αποτελεσματικότητα της ανακύκλωσης του νερού, στη χώρα μας δεν δημιουργούνται τα απαιτούμενα έργα υποδομής για την εκμετάλλευση των εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού που προκύπτουν από τους βιολογικούς καθαρισμούς. Περισσότερα από ένα εκατομμύριο κυβικά μέτρα νερού - που προέρχεται από τις μονάδες βιολογικών καθαρισμών, που λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα - καταλήγουν καθημερινά στη θάλασσα, ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν για το πότισμα χιλιάδων στρεμμάτων καλλιεργειών και αστικού και περιαστικού πρασίνου (π.χ. άρδευση του Ποικίλου όρους από την Ψυτάλλεια).
Δεν δίνονται κίνητρα για την κατασκευή δεξαμενών συλλογής όμβριων υδάτων για οικιακή κατανάλωση, που θα εξοικονομούσε το νερό που διαφεύγει στη θάλασσα. Για τα νοικοκυριά είναι πολύ εύκολο να κάνουν οικονομία, δεδομένου ότι υπάρχουν λύσεις (βρύσες και καζανάκια πεπιεσμένου αέρα) που με τη χρήση τους εξοικονομείται περίπου το 50% του νερού. Η κατασκευή πισίνας στην Αττική, στις τουριστικές περιοχές αλλά και στην Περιφέρεια γενικότερα είναι μια νέα τάση των τελευταίων ετών, για την οποία απαιτείται η λήψη μέτρων τόσο τιμολογιακού όσο και διοικητικού και συμβουλευτικού χαρακτήρα που θα στόχευε στην εξοικονόμηση, τουλάχιστον, του πόσιμου νερού. (Πολιτική αυξητικής τιμολόγησης, για παράδειγμα η χρέωση της υπέρβασης μετά τη μέγιστη κατανάλωση, 30 τόνων το μήνα για τέσσερα άτομα, να είναι πολλαπλάσια).
Για τον αγροτικό τομέα πρέπει να δημιουργηθούν μικρά φράγματα ώστε να συγκρατούν το νερό του χειμώνα για την άρδευση το καλοκαίρι.
Στις πόλεις οι δήμοι οφείλουν να φροντίσουν τις απώλειες του δικτύου με επαρκή κρατική χρηματοδότηση, και βέβαια η άρδευση των πάρκων και η λειτουργία των συντριβανιών δεν πρέπει να γίνονται με πόσιμο νερό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
